Η δικαστική δικαιοπλασία θεωρείται σήμερα αναπόφευκτη, δεδομένης της κοινότοπης πλέον παραδοχής ότι και ο επιμελέστερος νομοθέτης αδυνατεί να προβλέψει όλες τις πιθανές μορφές εξέλιξης της κοινωνικής ζωής και να προνοήσει για τη ρύθμισή τους με τους κατάλληλους νομικούς κανόνες. Από την άλλη μεριά όμως, η περαιτέρω διάπλαση του δικαίου από τον δικαστή εμφανίζεται κατ’ αρχήν ασυμβίβαστη προς σειρά συνταγματικών διατάξεων, από τις οποίες προκύπτει ότι αρμόδιος για τη θέσπιση νέων κανόνων δικαίου ή την τροποποίηση των ισχυόντων είναι πρωτίστως ο νομοθέτης. Τίθεται, επομένως, ο Νομικός ενώπιον του προβλήματος, πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις νομιμοποιείται ο δικαστής να προχωρήσει σε περαιτέρω διάπλαση του δικαίου, χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να «κατηγορηθεί» ότι νοσφίζεται το έργο του νομοθέτη και οικειοποιείται εξουσία που δεν του ανήκει. Η παρούσα μελέτη αποτελεί μια προσπάθεια, από πλευράς Αστικού Δικαίου, προσέγγισης του σημαντικού αυτού θέματος.
Η πρόσβαση δημοσίων αρχών στα δεδομένα ταυτοποίησης των κατόχων των καρτών SIM που ενεργοποιήθηκαν με κλαπέν κινητό τηλέφωνο, όπως το επώνυμο, το όνομα και, ενδεχομένως, η διεύθυνση των κατόχων αυτών, συνεπάγεται επέμβαση στα κατοχυρούμενα στα άρθρα 7 και 8 του ΧΘΔ θεμελιώδη δικαιώματα των εν λόγω κατόχων, η οποία δεν έχει τόσο σοβαρό χαρακτήρα ώστε η πρόσβαση να πρέπει να περιορίζεται στην καταπολέμηση της βαριάς εγκληματικότητας.
Αποτελεί σύνηθες φαινόμενο στην πράξη η αποποίηση κληρονομίας να παρακινείται από την πρόθεση του αποποιουμένου να περιέλθει διά της οδού αυτής η κληρονομιαία περιουσία σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Η παρούσα μελέτη εξετάζει κατά πόσο μια τέτοια αποποίηση είναι ελαττωματική, και συγκεκριμένα αν είναι άκυρη ως εικονική ή ακυρώσιμη λόγω ουσιώδους πλάνης.
Επί προκαταρκτικής εξετάσεως και κατά την διάρκεια αυτής, πέραν του «υπόπτου», δικαίωμα λήψεως αντιγράφων της δικογραφίας κέκτηται και ο δηλώσας νομίμως παράσταση προς υποστήριξιν της κατηγορίας, του συναφούς δικαιώματος αυτού ενεργοποιουμένου «από την στιγμή που ο ύποπτος θα κληθεί σε παροχή εξηγήσεων», σύμφωνα με το άρθρο 107 του νέου ΚΠΔ. Επί του θέματος ο νομοθέτης εξεφράσθη ελλιπώς στο άρθρο 147 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, περιλαβών σχετικώς μόνον το άρθρο 244 του Κώδικα αυτού, ενώ έδει να περιλάβει και το άρθρο 107 του ιδίου Κώδικα.
Αν κάποιος, κατόπιν απειλής, εξαναγκασθεί να αναλάβει από κοινό λογαριασμό μέρος ή το σύνολο της κατάθεσης και να παραδώσει τα αναληφθέντα χρήματα στον εκβιαστή του, δικαιούχος αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι ο αποδέκτης της απειλής που οδήγησε στην περιουσιακή του απώλεια, διότι αυτός είναι ο φορέας του εννόμου αγαθού της περιουσίας που προσβλήθηκε άμεσα εξαιτίας της αδικοπραξίας (απειλής).
Στην παρούσα μελέτη τίθεται το θέμα της διατήρησης προσωπικών δεδομένων από τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Αρχικά σχολιάζεται η νομολογία του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εν συνεχεία εξετάζονται τα ζητήματα που προκύπτουν από την κήρυξη της Οδηγίας 2006/24/ΕΚ ανίσχυρης. Ακολούθως αναλύεται η απόφαση Ministerio Fiscal του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και παρουσιάζονται οι κανόνες που ρυθμίζουν την πρόσβαση των αρχών στα στοιχεία των κατόχων καρτών SIM στην ελληνική έννομη τάξη.
Βασικό αντικείμενο της μελέτης αποτελεί το ζήτημα της ερμηνείας της σύμβασης από τη σκοπιά της οικονομικής ανάλυσης του δικαίου, με έμφαση στον τρόπο αποτελεσματικής κατανομής των κινδύνων μεταξύ των μερών.
Η κατάρτιση με την βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή πλαστής πράξης διοικητικού προσδιορισμού προστίμου και του αντίστοιχου εκκαθαριστικού με βάση γνήσιο αντίστοιχο άλλου προσώπου προϋποθέτει την ταυτόχρονη χωρίς δικαίωμα λήψη γνώσης των μη ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του τελευταίου.