Η παρούσα μελέτη διερευνά τα όρια της ελευθερίας μετασχηματισμού των εταιρικών μορφωμάτων, η οποία φαίνεται να διαπλάσσεται κατά τρόπο ευρύτατο από τον νομοθέτη στον πρόσφατο ν. 4601/2019. Η μελέτη εστιάζει πρωτίστως στην διάσπαση επιχειρήσεων, στο πλαίσιο της οποίας, από οικονομική άποψη, διαμοιράζονται περιουσιακά στοιχεία, και δευτερευόντως στην συγχώνευση επιχειρήσεων.
Η μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου 465 εδ. α’ του νέου ΠΚ προκάλεσε εξαρχής έντονο προβληματισμό σε σχέση με τη συμβατότητά της με την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Κώδικα αυτού και κατ’ επέκταση με την εφαρμογή ή τον παραμερισμό της. Με το θέμα αυτό, ειδικά σε σχέση με την αναστολή και μετατροπή της ποινής φυλάκισης, ασχολήθηκε ήδη η υπ’ αριθμ. 2371/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που αποτέλεσε αφορμή για το παρόν άρθρο, με το οποίο επιχειρείται η συνολική θεώρηση του ζητήματος, με γνώμονα τα κριτήρια του άρθρου 99 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ για την αναστολή της ποινής και με περαιτέρω αναφορές σε άλλα δικαιικά συστήματα με παρεμφερείς θεσμούς.
Η αναζήτηση της κατά περίπτωση ευνοϊκότερης για τον κατηγορούμενο ρύθμισης αποτελεί διαρκή μέριμνα του εφαρμοστή του δικαίου κατά την μετάβαση από τον προϊσχύσαντα Ποινικό Κώδικα στον ισχύοντα. Κατά τη δυσχερή αυτή διαδικασία απαιτείται αφενός μια σύμφωνη με την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών ερμηνεία της έννοιας της «διάταξης» του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ και αφετέρου μια σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 1γ του ΔΣΑΠΔ, 49 παρ. 1γ του Χάρτη ΘΔ της ΕΕ, αλλά και 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, όπως αυτό ερμηνεύεται στη νομολογία του ΕΔΔΑ, ερμηνεία της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 465 εδ. α΄ ΠΚ.
Για την πληρότητα της αναγγελίας σε αναγκαστική εκτέλεση δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση της απαίτησης και του προνομίου της στον ίδιο βαθμό που απαιτείται επί ανακοπής. Η εμπράγματη ασφάλεια που τυχόν ασφαλίζει το χρέος δύναται να μην περιγράφεται στο αναγγελτήριο, αλλά να προκύπτει από κατατεθειμένο στον υπάλληλο του πλειστηριασμού δημόσιο έγγραφο.