Επέρχεται ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, εφόσον από την παράλειψη αναγραφής συγκεκριμένης ημερομηνίας και όχι απλώς του μήνα τελέσεως των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο πλημμελημάτων επηρεάζεται το ζήτημα της παραγραφής, υπό την έννοια ότι κατά την ημέρα εκδίκασης της αναίρεσης δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν έχει συμπληρωθεί ο χρόνος αυτής.
Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας λόγω αδικοπραξίας o παθών δικαιούται να ζητήσει απόδοση και των νοσηλίων για την εισαγωγή του σε ιδιωτικό θεραπευτήριο, αντί δημόσιου νοσοκομείου, εφόσον τούτο ήταν πράγματι αναγκαίο για την καλύτερη ή ταχύτερη αντιμετώπιση της κατάστασης της υγείας του ή για την αποτροπή της επιδείνωσής της.
Η ύπαρξη της ιδιότητας του υπόχρεου σε υποβολή δηλώσεως περιουσιακής κατάστασης κρίνεται επί τη βάσει του ισχύοντος νόμου κατά τον χρόνο υποβολής της δηλώσεως, δεν εφαρμόζεται δε η διάταξη του άρ. 2 ΠΚ εάν με μεταγενέστερη διάταξη περιορισθούν τα πρόσωπα που έχουν την ως άνω ιδιότητα.
Σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία θέση, η απαλλοτρίωση των άρθρων 939 επ. ΑΚ συντελείται, όταν πρόκειται για διάθεση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, με μόνη τη σύναψη της απαλλοτριωτικής πράξης, ανεξάρτητα από τον χρόνο μεταγραφής αυτής. Η θέση αυτή προκαλεί διάσπαση στο σύστημα των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και στη λειτουργία της δημοσιότητας, ευνοεί την εκδήλωση κακόπιστης εκ μέρους του οφειλέτη συμπεριφοράς και στερεί αδικαιολόγητα την προστασία από δανειστές που χρήζουν προστασίας.
Στην παρούσα μελέτη παρατίθενται οι απόψεις που έχουν υποστηριχθεί στην θεωρία και την νομολογία σε σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 2 παρ. 2 ΠΚ για την αναδρομική εφαρμογή νόμου επί τη βάσει του οποίου κατέστη ανέγκλητη η πράξη μετά την αμετάκλητη καταδίκη του κατηγορουμένου. Από τον συγγραφέα προκρίνεται ως ορθότερη η αναλογική εφαρμογή της ως άνω διατάξεως και σε περιπτώσεις όπου με τον νέο νόμο μειώνεται το αξιόποινο, ώστε να καθίσταται δυνατή η απόλυση του κρατουμένου κατά την έκτιση του μέρους της επιβληθείσας ποινής που υπερβαίνει το ανώτατο όριο της απειλουμένης με τον εν λόγω ηπιότερο νόμο.
Η ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 713 ΑΚ, που καθιερώνει τον άμισθο χαρακτήρα της εντολής, μπορεί να παρακαμφθεί μόνο με ρητή συμφωνία των μερών περί καταβολής αμοιβής στον εντολοδόχο (έμμισθη εντολή).
Η αναζήτηση του λόγου θέσπισης τριών νέων ρυθμίσεων από τον χώρο της γενικής θεωρίας του εγκλήματος (συμμετοχή, μη γνήσια παράλειψη, άρση ενοχής) αποτέλεσε αφορμή να τεθεί το γενικότερο ερώτημα κατανομής του ρυθμιστικού πεδίου μεταξύ ποινικού νομοθέτη και δικαστή. Δύο βασικά κριτήρια χαρακτηρίζουν αυτή τη σχέση, η αρχή της νομιμότητας και η αρχή της αναλογικότητας. Όσον αφορά την πρώτη, η ασφάλεια δικαίου απαιτεί μια σαφή κανονιστική εικόνα για τις περιπτώσεις που ο δικαστής είναι αναγκασμένος να προσδιορίσει έννοιες, οι οποίες σε γενικό και αφηρημένο επίπεδο έχουν εξαντλήσει την αναλυτική τους δύναμη και η διάγνωσή τους εναπόκειται μόνο σε εξατομικευμένο-εμπειρικό επίπεδο. Όσον αφορά τη δεύτερη, ενώ ο σεβασμός των αρχών της προσφορότητας και της αναγκαιότητας της ποινής αφορά πρωτίστως τους δικαιοπολιτικούς στόχους του νομοθέτη και κατ’ εξαίρεση τον δικαστή (δικαστική άφεση ποινής, διαζευκτική ποινή), το θέμα της συνάφειας της ποινής με το έγκλημα αφορά και τους δύο.