Σε περίπτωση απαγορευμένης σύμπραξης μεταξύ επιχειρήσεων, ακόμα και πρόσωπα που δεν δραστηριοποιούνται μεν ως προμηθευτές ή αγοραστές στην αγορά στην οποία εκδηλώνεται η σύμπραξη, έχουν όμως χορηγήσει επιδοτήσεις σε αγοραστές προϊόντων που διατίθενται στην αγορά αυτή, μπορούν να ζητήσουν από τις συμπράττουσες αθέμιτα επιχειρήσεις να αποκαταστήσουν τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά υπέστησαν εξαιτίας της συμπράξεως.
Στην παρούσα μελέτη διερευνώνται οι βασικές καινοτομίες των νέων Ποινικών Κωδίκων σε σχέση με την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και την βελτίωση της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης στην χώρα μας.
Η δικαστική δικαιοπλασία θεωρείται σήμερα αναπόφευκτη, δεδομένης της κοινότοπης πλέον παραδοχής ότι και ο επιμελέστερος νομοθέτης αδυνατεί να προβλέψει όλες τις πιθανές μορφές εξέλιξης της κοινωνικής ζωής και να προνοήσει για τη ρύθμισή τους με τους κατάλληλους νομικούς κανόνες. Από την άλλη μεριά όμως, η περαιτέρω διάπλαση του δικαίου από τον δικαστή εμφανίζεται κατ’ αρχήν ασυμβίβαστη προς σειρά συνταγματικών διατάξεων, από τις οποίες προκύπτει ότι αρμόδιος για τη θέσπιση νέων κανόνων δικαίου ή την τροποποίηση των ισχυόντων είναι πρωτίστως ο νομοθέτης. Τίθεται, επομένως, ο Νομικός ενώπιον του προβλήματος, πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις νομιμοποιείται ο δικαστής να προχωρήσει σε περαιτέρω διάπλαση του δικαίου, χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να «κατηγορηθεί» ότι νοσφίζεται το έργο του νομοθέτη και οικειοποιείται εξουσία που δεν του ανήκει. Η παρούσα μελέτη αποτελεί μια προσπάθεια, από πλευράς Αστικού Δικαίου, προσέγγισης του σημαντικού αυτού θέματος.
Η πρόσβαση δημοσίων αρχών στα δεδομένα ταυτοποίησης των κατόχων των καρτών SIM που ενεργοποιήθηκαν με κλαπέν κινητό τηλέφωνο, όπως το επώνυμο, το όνομα και, ενδεχομένως, η διεύθυνση των κατόχων αυτών, συνεπάγεται επέμβαση στα κατοχυρούμενα στα άρθρα 7 και 8 του ΧΘΔ θεμελιώδη δικαιώματα των εν λόγω κατόχων, η οποία δεν έχει τόσο σοβαρό χαρακτήρα ώστε η πρόσβαση να πρέπει να περιορίζεται στην καταπολέμηση της βαριάς εγκληματικότητας.
Αποτελεί σύνηθες φαινόμενο στην πράξη η αποποίηση κληρονομίας να παρακινείται από την πρόθεση του αποποιουμένου να περιέλθει διά της οδού αυτής η κληρονομιαία περιουσία σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Η παρούσα μελέτη εξετάζει κατά πόσο μια τέτοια αποποίηση είναι ελαττωματική, και συγκεκριμένα αν είναι άκυρη ως εικονική ή ακυρώσιμη λόγω ουσιώδους πλάνης.
Επί προκαταρκτικής εξετάσεως και κατά την διάρκεια αυτής, πέραν του «υπόπτου», δικαίωμα λήψεως αντιγράφων της δικογραφίας κέκτηται και ο δηλώσας νομίμως παράσταση προς υποστήριξιν της κατηγορίας, του συναφούς δικαιώματος αυτού ενεργοποιουμένου «από την στιγμή που ο ύποπτος θα κληθεί σε παροχή εξηγήσεων», σύμφωνα με το άρθρο 107 του νέου ΚΠΔ. Επί του θέματος ο νομοθέτης εξεφράσθη ελλιπώς στο άρθρο 147 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, περιλαβών σχετικώς μόνον το άρθρο 244 του Κώδικα αυτού, ενώ έδει να περιλάβει και το άρθρο 107 του ιδίου Κώδικα.