Η σύγκρουση δεδικασμένων που πρoέκυψε στο πλαίσιο δίκης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης άρθηκε διά της επικράτησης του δεδικασμένου της προγενέστερης απόφασης του Εφετείου, κατ’ απόκλιση από το γενικό κανόνα που δίνει το προβάδισμα στο νεότερο δεδικασμένο, επειδή, παρόλο που, σε αντίθεση με την μεταγενέστερη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το Εφετείο είχε κρίνει δεσμευτικά το ζήτημα της ύπαρξης αξίωσης αποζημίωσης ως προδικαστικό, η προγενέστερη απόφαση είχε εκδοθεί από ιεραρχικά ανώτερο δικαστήριο και μέσω διαδικασίας η οποία χαρακτηριζόταν από περισσότερα εχέγγυα ορθότητας.
Σύμφωνα με τον N. 4072/2012, η σύμβαση μεσιτείας ακινήτων επιβάλλεται να περιβληθεί τον έγγραφο τύπο, διαφορετικά είναι άκυρη. Από άκυρη σύμβαση μεσιτείας δεν απορρέει υποχρέωση του ιδιοκτήτη του ακινήτου να καταβάλει την μεσιτική αμοιβή.
Η εισαγωγή του θεσμού της υπό όρους αποχής από την ποινική δίωξη στην ελληνική έννομη τάξη με τα άρθρα 48 και 49 του νέου ΚΠΔ σηματοδότησε, τουλάχιστον σε νομοθετικό επίπεδο, μια καθοριστική τομή στην προδικαστική διαχείριση της ποινικής ύλης. Παρά τις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 4620/2019, οι νέες ρυθμίσεις δεν εφαρμόστηκαν έκτοτε στην πράξη σε ικανοποιητικό βαθμό, τουλάχιστον σε αυτόν που θα επέτρεπε να σχηματίσει κανείς ξεκάθαρη εικόνα για την αποτελεσματικότητά τους. Οι αιτίες για την διαφοροποίηση μεταξύ της γερμανικής και της ελληνικής έννομης τάξης θα πρέπει πρωτίστως να ερευνηθούν υπό το πρίσμα του αρμόδιου για την εφαρμογή του θεσμού οργάνου, ήτοι της εισαγγελικής αρχής, στην οποία επαφίεται η σχετική διακριτική ευχέρεια.
Το δεδικασμένο εκτείνεται και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά. Δικονομικό είναι και το ζήτημα, αν για την ένδικη διαφορά υπάρχει ή όχι δεδικασμένο από προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση. Και το ζήτημα αυτό καλύπτεται από το δεδικασμένο, κατ’ άρθρο 322 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από το αν σε νέα (τρίτη) δίκη το εν λόγω δεδικασμένο θα επιτελεί αρνητική ή θετική λειτουργία.
Στην μελέτη υποστηρίζεται και θεμελιώνεται τελολογικά η θέση ότι η διάταξη του άρθρου 300 § 1 ΑΚ δεν θα πρέπει να εφαρμοστεί, όταν ο ζημιώσας με δόλο προκάλεσε την προσβολή εννόμων αγαθών ή προστατευομένων συμφερόντων και εντεύθεν την ζημία του θύματος, στο οποίο απλώς καταλογίζεται αμέλεια ως προς την τήρηση ενός βάρους που θα μπορούσε να αποτρέψει την πρόκληση της ζημίας. Αυτό συμβαίνει πάντοτε, όταν ο ζημιώσας ευθύνεται βάσει του άρθρου 919 ΑΚ ή όταν ευθύνεται για αδικοπραξία τελεσθείσα με δόλο ως προς την παραβίαση διάταξης που αποκοπεί στην προστασία ιδιωτικών αγαθών ή συμφερόντων.