Ως προς τους διέποντες την διεξαγωγή των αποδείξεων διαδικαστικούς κανόνες (ordinatoria litis), εφαρμοστέο είναι το ισχύον κατά τον χρόνο διενέργειας κάθε διαδικαστικής πράξης δίκαιο, ενώ ως προς τους κανόνες που καθορίζουν το βάρος και τα μέσα της απόδειξης (decisoria litis), εφαρμοστέο είναι το ισχύον κατά τον χρόνο ίδρυσης της αποδεικτέας έννομης σχέσης δίκαιο.
H μελέτη προσεγγίζει ερμηνευτικά τις διατάξεις του δικαίου αναγκαστικής εκτέλεσης που τροποποιήθηκαν με τον ν. 5221/2025. Οι επελθούσες τροποποιήσεις άλλοτε έχουν ως άξονα την αποσυμφόρηση του δικαιοδοτικού μηχανισμού και την οικονομία της διαδικασίας, άλλοτε υποκινούνται από τον σκοπό ενίσχυσης της προστασίας του οφειλέτη, και άλλοτε στοχεύουν στην ορθότερη απονομή της δικαιοσύνης, στην απλοποίηση και ασφάλεια της διαδικασίας.
Μόνον προδικαστικές έννομες σχέσεις εμπίπτουν στην έννοια του παρεμπίπτοντος ζητήματος, επί του οποίου χωρεί επέκταση του δεδικασμένου βάσει του άρθρου 331 ΚΠολΔ. Το δεδικασμένο απόφασης, η οποία επιδίκασε αμοιβή για υπερσυμβατικές εργασίες, δεν εκτείνεται επί του δικαστικού καθορισμού του χρόνου λήξης σύμβασης παροχής υπηρεσιών, διότι αυτός αποτελεί κρίση περί πραγματικών περιστατικών.
Η μελέτη εξετάζει τα obiter dicta στην νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων. Τα obiter dicta είναι παρεμπίπτουσες, πλεοναστικές δικαστικές κρίσεις, οι οποίες, μολονότι διατυπώνονται στις προκείμενες προτάσεις, εν τούτοις δεν αφορούν το κύριο ζήτημα της υπόθεσης και, συνεπώς, δεν επηρεάζουν την έκβαση της δίκης και δεν στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης. Διακρίνονται σαφώς από τη ratio decidendi, δηλαδή τις κύριες αιτιολογίες, οι οποίες μετέχοντας της νομικής και ιστορικής αιτίας της απόφασης, στηρίζουν αναγκαία το διατακτικό της, καθώς και ειδικότερα από τις επάλληλες αιτιολογίες, καθεμία από τις οποίες είναι ικανή να στηρίξει αυτοτελώς το διατακτικό. Λόγω της μη δεσμευτικής τους φύσης, τα obiter dicta δεν ασκούν καμία επιρροή στο δικονομικό δίκαιο, λ.χ. δεν παράγουν δεδικασμένο, δεν μπορούν να τύχουν διόρθωσης ή ερμηνείας και δεν δικαιολογούν έννομο συμφέρον για την άσκηση ενδίκων μέσων. Για τον λόγο αυτό, η επιστήμη στέκεται συχνά αρκετά επικριτικά απέναντί τους.
Η προσεπίκληση του άρθρου 88 ΚΠολΔ συνιστά ιδιάζουσα μορφή παρεμπίπτουσας υπό αίρεση εναγωγής του εκ της εγγυητικής σχέσεως παθητικώς νομιμοποιουμένου τρίτου, συνεπεία της οποίας ο τρίτος καθίσταται διάδικος και δη εναγόμενος στη συνεκδικαζόμενη με την αρχική παρεμπίπτουσα δίκη.
Η μελέτη επικεντρώνεται στην εφαρμογή της αρχής του αυτεπαγγέλτου δικαστικού ελέγχου της καταχρηστικότητας προδιατυπωμένων όρων καταναλωτικών συμβάσεων, όπως αυτή θεμελιώθηκε και εξειδικεύθηκε έως σήμερα μέσα από την κρίσιμη νομολογία του ΔΕΕ. Αποτιμάται ιδίως η εν λόγω νομολογία σε αναφορά με τον αυτεπάγγελτο έλεγχο της καταχρηστικότητας όρων ανευρισκόμενων στους ιδιότυπους εκτελεστούς τίτλους κατ’ άρθρ. 35 επ., 48 επ. του ν.δ. 17.07./13.08.1923, καθώς και στις συμβάσεις βάσει των οποίων εκδίδονται διαταγές πληρωμής.