Δημοκρατική κοινωνία δεν νοείται χωρίς κράτος δικαίου και κράτος δικαίου δεν νοείται χωρίς νομοθετική διαμόρφωση συνθηκών χρηστής διεξαγωγής των δικών. Παρά τις σύντονες προσπάθειες της Χώρας μας τα τελευταία χρόνια, εξακολουθούν να επιβιώνουν λείψανα παλαιών αναχρονιστικών διαδικαστικών ρυθμίσεων, οι οποίες ευνοούν απροκάλυπτα το Δημόσιο στις αντιδικίες του με τους ιδιώτες. Ένα απτό παράδειγμα αποτελούν οι διαδικαστικές ρυθμίσεις που προβλέπονται για την οφειλόμενη αποζημίωση σε περίπτωση αυθαίρετης χρήσης δημόσιων κτημάτων.
Παραμένει αρρύθμιστο στον ΚΠολΔ το ζήτημα της προσβολής της εκτέλεσης, εάν μετά τον πλειστηριασμό ο καθ’ ου ασκήσει την εκ του άρθρου 971 παρ. 2 ΚΠολΔ ανακοπή, θεωρώντας ότι αρκεί το εκπλειστηρίασμα, ακολούθως όμως διαπιστωθεί ότι το εκπλειστηρίασμα δεν επαρκεί, με συνέπεια να απαιτείται να συνταχθεί πίνακας κατάταξης. Στην περίπτωση αυτή η ασκηθείσα ανακοπή πρέπει να εκτιμηθεί ως ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ.
Καταχρηστική η επιβολή αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτου, ανήκοντος μεν κατά κυριότητα εις τον οφειλέτην του κατασχόντος δανειστού, περιελθόντος όμως εις την νομήν και κατοχήν τρίτου, παραλείψαντος να μεταγράψει το μεταξύ αυτού και του οφειλέτου καταρτισθέν, από δεκαπενταετίας ήδη, αγοραπωλητήριον συμβόλαιον.
Ως προϋπόθεση για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου για έλλειψη νόμιμης βάσης τίθεται η επί της ουσίας εξέταση της διαφοράς, διότι τότε μόνο διαλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια, αντιφατικότητα ή παντελή έλλειψη των οποίων είναι δυνατόν να θεμελιωθεί η εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Σε αντίθεση με τα δίκαια της ηπειρωτικής Ευρώπης, το αγγλικό δίκαιο δεν διακρίνει μεταξύ «κύριων» και «βοηθητικών» διαδίκων, αλλά αντιμετωπίζει ισότιμα όλους τους συμμετέχοντες στη δίκη, απονέμοντάς τους τις ίδιες διαδικαστικές εξουσίες. Αφορμώμενη από τη συγκριτική αυτή παρατήρηση, η προκείμενη μελέτη ερευνά αν η αυστηρή διάκριση μεταξύ διαδίκων και τρίτων, στη βάση της οποίας είναι δομημένη η ελληνική πολιτική δίκη, ενδεχομένως επισκιάζει υπαρκτά σημεία σύγκλισης μεταξύ των δύο διαδικαστικών θέσεων.
Η μελέτη πραγματεύεται την σχέση μεταξύ της Σύμβασης της Νέας Υόρκης για την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων και του εσωτερικού ελληνικού δικαίου, ιδίως δε του άρθρου 903 ΚΠολΔ. Με αναγωγή στα διεθνώς κρατούντα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου VII(1) ΣυμβΝΥ καταδεικνύει ότι είναι εσφαλμένη η άποψη που κρατεί στην ελληνική θεωρία και νομολογία (και αποδίδει και την αφετηρία του ιστορικού νομοθέτη του ν. 5016/2023), σύμφωνα με την οποία η ΣυμβΝΥ έχει (ολικώς ή μερικώς) καταργητική επενέργεια επί των διατάξεων του εσωτερικού ελληνικού δικαίου στη βάση της αρχής lex superior derogat legi inferiori. Καταδεικνύει επίσης την ασυνέπεια της θέσης αυτής προς την κρατούσα άποψη περί της in toto εφαρμογής, αυτοτελώς, είτε της ΣυμβΝΥ, είτε των διατάξεων του ΚΠολΔ.
Ως προς τους διέποντες την διεξαγωγή των αποδείξεων διαδικαστικούς κανόνες (ordinatoria litis), εφαρμοστέο είναι το ισχύον κατά τον χρόνο διενέργειας κάθε διαδικαστικής πράξης δίκαιο, ενώ ως προς τους κανόνες που καθορίζουν το βάρος και τα μέσα της απόδειξης (decisoria litis), εφαρμοστέο είναι το ισχύον κατά τον χρόνο ίδρυσης της αποδεικτέας έννομης σχέσης δίκαιο.