Σύμβαση πώλησης αγαθών, η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική βούληση των συμβαλλόμενων μερών, αλλά υποκρύπτει χρηματοδότηση του «αγοραστή», είναι άκυρη ως εικονική, ενώ η καλυπτόμενη χρηματοδοτική σύμβαση είναι κατ’ αρχήν έγκυρη. Στον ισχυρισμό περί εικονικότητας εμπεριέχεται και το στοιχείο ότι κατά τον χρόνο κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης όλοι οι συμβαλλόμενοι τελούσαν εν γνώσει της εικονικότητας.
Η εκκρεμοδικία επάγεται την αναστολή εκδίκασης της δεύτερης αγωγής μέχρι την περάτωση της αρχικής δίκης. Η παράλειψη όμως του δικαστηρίου να αναστείλει την διαδικασία της δίκης, καίτοι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εκκρεμοδικίας, δεν συνιστά δικονομικό απαράδεκτο, η μη κήρυξη του οποίου στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Στις προϋποθέσεις παραδεκτής άσκησης του ένδικου μέσου της αναψηλάφησης συγκαταλέγεται και η υποχρέωση κατάθεσης του προβλεπόμενου παραβόλου. Η κατάθεση του παραβόλου εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε περίπτωση δε παράλειψης κατάθεσής του, η αναψηλάφηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας εκ μέρους του αιτούντος την αναψηλάφηση.
Ελευθερία, κατ’ αρχήν, των μερών να καθορίσουν τους κανόνες που θα διέπουν την διαιτητική διαδικασία. Δεν επιτρέπεται, ωστόσο, να ορίσουν μειωμένο βαθμό γνώσης για την αποδοχή των προβαλλόμενων πραγματικών ισχυρισμών, δηλαδή να συμφωνήσουν ότι θα αρκεστούν σε πιθανολόγηση αυτών.
Στην μελέτη εξετάζεται το ζήτημα της δεσμευτικότητας των διαιτητικών ρητρών που ενσωματώνονται στο καταστατικό προσωπικών και κεφαλαιουχικών εταιριών, τόσο υπό το πρίσμα της νομολογίας, όσο και με άξονα τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 4072/2012 και του Ν. 4548/2018. Αναλύονται οι κατηγορίες προσώπων που δύνανται να δεσμεύονται από τις ρήτρες αυτές, περιλαμβανομένων μελλοντικών μετόχων/εταίρων και οργάνων διοικήσεως, καθώς και τα όρια της δεσμευτικότητας των εν λόγω ρητρών έναντι τρίτων προσώπων. Στην μελέτη υποστηρίζεται η θέση ότι, υπό τις εγγυήσεις του δικαίου διαιτησίας, η καταστατική διαιτητική ρήτρα μπορεί να λειτουργήσει ως αποτελεσματικός μηχανισμός επιλύσεως εταιρικών διαφορών, ενισχύοντας την ασφάλεια δικαίου και την ευελιξία στις εταιρικές σχέσεις.
Η προσεπίκληση του άρθρου 88 ΚΠολΔ συνιστά ιδιάζουσα μορφή παρεμπίπτουσας υπό αίρεση εναγωγής του εκ της εγγυητικής σχέσεως παθητικώς νομιμοποιουμένου τρίτου, συνεπεία της οποίας ο τρίτος καθίσταται διάδικος και δη εναγόμενος στη συνεκδικαζόμενη με την αρχική παρεμπίπτουσα δίκη.
Η μελέτη επικεντρώνεται στην εφαρμογή της αρχής του αυτεπαγγέλτου δικαστικού ελέγχου της καταχρηστικότητας προδιατυπωμένων όρων καταναλωτικών συμβάσεων, όπως αυτή θεμελιώθηκε και εξειδικεύθηκε έως σήμερα μέσα από την κρίσιμη νομολογία του ΔΕΕ. Αποτιμάται ιδίως η εν λόγω νομολογία σε αναφορά με τον αυτεπάγγελτο έλεγχο της καταχρηστικότητας όρων ανευρισκόμενων στους ιδιότυπους εκτελεστούς τίτλους κατ’ άρθρ. 35 επ., 48 επ. του ν.δ. 17.07./13.08.1923, καθώς και στις συμβάσεις βάσει των οποίων εκδίδονται διαταγές πληρωμής.
Η μελέτη επικεντρώνεται στην εφαρμογή της αρχής του αυτεπαγγέλτου δικαστικού ελέγχου της καταχρηστικότητας προδιατυπωμένων όρων καταναλωτικών συμβάσεων, όπως αυτή θεμελιώθηκε και εξειδικεύθηκε έως σήμερα μέσα από την κρίσιμη νομολογία του ΔΕΕ. Αποτιμάται ιδίως η εν λόγω νομολογία σε αναφορά με τον αυτεπάγγελτο έλεγχο της καταχρηστικότητας όρων ανευρισκόμενων στους ιδιότυπους εκτελεστούς τίτλους κατ’ άρθρ. 35 επ., 48 επ. του ν.δ. της 17.07./13.08.1923, καθώς και στις συμβάσεις βάσει των οποίων εκδίδονται διαταγές πληρωμής. Αναδεικνύεται η σημασία της νομολογίας αυτής για το ελληνικό δίκαιο, σε αναφορά ιδίως με την κατ’ άρθρ. 933 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της εκτέλεσης των εν λόγω τίτλων, την κατ’ άρθρ. 938 ΚΠολΔ αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας καθώς και τις κατ’ άρθρ. 632-633 ΚΠολΔ ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής πριν και μετά τον ν. 5221/2025.