Στην μελέτη υποστηρίζεται και θεμελιώνεται τελολογικά η θέση ότι η διάταξη του άρθρου 300 § 1 ΑΚ δεν θα πρέπει να εφαρμοστεί, όταν ο ζημιώσας με δόλο προκάλεσε την προσβολή εννόμων αγαθών ή προστατευομένων συμφερόντων και εντεύθεν την ζημία του θύματος, στο οποίο απλώς καταλογίζεται αμέλεια ως προς την τήρηση ενός βάρους που θα μπορούσε να αποτρέψει την πρόκληση της ζημίας. Αυτό συμβαίνει πάντοτε, όταν ο ζημιώσας ευθύνεται βάσει του άρθρου 919 ΑΚ ή όταν ευθύνεται για αδικοπραξία τελεσθείσα με δόλο ως προς την παραβίαση διάταξης που αποκοπεί στην προστασία ιδιωτικών αγαθών ή συμφερόντων.
Η μεταβολή της νομικής πραγματικότητας δυνάμει αμετάκλητων διαπλαστικών αποφάσεων λαμβάνει χώρα (κατά κανόνα) για το μέλλον, ισχύει συνεπώς, κατ’ αρχήν, στο διηνεκές. Το ύψος του αναπροσαρμοσθέντος δικαστικά μισθώματος είναι δυνατόν να αναπροσαρμοσθεί εκ νέου είτε με επιγενόμενη συμφωνία των μερών είτε κατόπιν εκδόσεως μεταγενέστερης διαπλαστικής αποφάσεως. Διά της δημοσιεύσεως των Ν. 4002/2011 και 4081/2012 δεν αναιρέθηκε η παραχθείσα δυνάμει αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων διαπλαστική ενέργεια· ανεστάλη απλώς, κατά την διάρκεια της ισχύος τους, η επέλευση των αποτελεσμάτων της.
Με το άρθρο 25 του Ν. 5130/2024 θεσπίστηκε ο ενδέκατος λόγος αναψηλάφησης του άρθρου 544 αριθ. 11 ΚΠολΔ. Oλοκλήρωσε κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Έλληνας νομοθέτης τη σταδιακή ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της ρήτρας επανεκκίνησης της εθνικής διαδικασίας (retrial clause) ως μέτρου εκτέλεσης των καταδικαστικών αποφάσεων του ΕΔΔΑ στο εσωτερικό αυτής. Στην παρούσα μελέτη, με αναφορές στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο και στην πλούσια νομολογία του ΕΔΔΑ, αρχικά σκιαγραφούνται η φύση, η λειτουργία και η διαχρονική εξέλιξη του εν λόγω μέτρου εκτέλεσης, καθώς και η επιδραστικότητά του στην εθνική έννομη τάξη σε συνάρτηση και με τον χαρακτήρα της εθνικής δίκης. Επιπροσθέτως, τίθεται ο προβληματισμός της συμβατότητας του νεοεισαχθέντος λόγου αναψηλάφησης με τον χαρακτήρα της πολιτικής δίκης της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας ως κατεξοχήν χώρου σύγκρουσης δικαιωμάτων ιδιωτών.
Περί της ούτω καλουμένης «ενεργείας του πραγματικού» γίνεται λόγος, οσάκις ο νόμος ή η συμφωνία των μερών καθιστούν την έκδοσιν δικαστικής αποφάσεως ωρισμένου περιεχομένου στοιχείον του πραγματικού κανόνος δικαίου, συνεπώς δε και προϋπόθεσιν διά την επέλευσιν της υπό του κανόνος τούτου προβλεπομένης εννόμου συνεπείας. Περίπτωσις τοιαύτης ενεργείας απαντά εις το πραγματικόν του άρθρου 544 αρ. 6 ΚΠολΔ, το οποίον προσμετρά την έκδοσιν ποινικής αποφάσεως, αναγνωριζούσης αμετακλήτως την εγκληματικήν αλλοίωσιν των αποδείξεων πολιτικής δίκης, μεταξύ των λόγων αναψηλαφήσεως αυτής.
Η μελέτη επιχειρεί μία καθολική θεώρηση του θεσμού της διαταγής πληρωμής, όπως αυτός αναμορφώθηκε μετά και τις πρόσφατες νομοθετικές παρεμβάσεις με τον ν. 5221/2025 και όσους ακολούθησαν. Μελετάται ιδίως το σύστημα της έγγραφης αποδείξεως, καθώς και η βάσει αυτής διαμόρφωση της άμυνας του καθ’ ου, υπό το κριτικό φως και ορισμένων δικαιοσυγκριτικών δεδομένων.
Στην νομολογία υποστηρίχθηκε πρόσφατα η άποψη ότι ο όρος διαθήκης που περιορίζει την εξουσία του κληρονόμου μετοχών να τις διαθέσει σε τρίτους είναι άκυρος. Το κύριο επιχείρημα της άποψης αυτής έγκειται στο ότι από τις διατάξεις του δικαίου της ανώνυμης εταιρίας που αναγνωρίζουν την δυνατότητα του καταστατικού να προβλέπει την έκδοση δεσμευμένων μετοχών, συνάγεται πως μόνον η ίδια η εταιρία έχει την αρμοδιότητα να θέτει περιορισμούς στην μεταβίβασή τους. Με αφορμή την ανωτέρω νομολογία η μελέτη αναλύει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί η σύσταση καταπιστεύματος να συναχθεί ερμηνευτικά από την απαγόρευση διαθέσεως που έχει ταχθεί στον κληρονόμο με διαθήκη.
Κατά τον ισχύοντα ΚΠΔ οι διάδικοι συνιστούν υποκείμενα της ποινικής δίκης και συμπράττουν στην εξέλιξη αυτής ως φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Στις σχετικές διατάξεις των άρθρων 70 έως 100, όπως επισημαίνεται στην Αιτιολογική Έκθεση του νέου ΚΠΔ, ενσωματώθηκαν οι αξιώσεις της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ, αλλά και της Οδηγίας 2016/343/ΕΕ για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας.