Ο χρόνος δοκιμασίας απέκτησε το δογματικό του περιεχόμενο ως θεσμός του ουσιαστικού ποινικού δικαίου συνδεόμενος με μορφές ελαστικότητας της ποινής κατά την επιβολή ή την έκτισή της (αναστολή εκτέλεσης της ποινής – υφ’ όρον απόλυση), ευρίσκοντας ιστορική θεμελίωση στο αγγλοσαξονικό μοντέλο και συνιστώντας διαχρονική επιλογή του Έλληνα νομοθέτη ήδη από τον Ποινικό Νόμο του Maurer, σε μια κατεύθυνση ενίσχυσης της φιλελεύθερης λειτουργίας και του κοινωνικού κράτους δικαίου. Παρότι ο θεσμός αυτός επεκτάθηκε στο πεδίο της υφ’ όρον αποχής από την ποινική δίωξη και της ειδικής υφ’ όρον παραγραφής του αξιοποίνου και της ποινής χωρίς να θιγεί ο εγγυητικός του πυρήνας, η πρόσφατη νομοθέτηση (Ν. 5090/2024 και 5172/2025) εγγράφεται σε μια κατεύθυνση «δικονομικοποίησής» του. Η πλήρης απεξάρτηση της επιτυχούς παρέλευσης του οιονεί χρόνου δοκιμασίας από οποιοδήποτε ευεργέτημα για τον κατηγορούμενο, ο αόριστος χρονικά χαρακτήρας του, η απομάκρυνσή του από την αρχή της lex mitior, καθώς και η αποσύνδεση των δυσμενών συνεπειών της άρσης ή αντικατάστασης από το εγγυητικό όριο του αμετακλήτου (με τη σύστοιχη προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας), συνιστούν τη μετάπτωση ενός θεσμού με φιλελεύθερα χαρακτηριστικά προς ένα σχήμα εξυπηρέτησης ειδικοπροληπτικών σκοπιμοτήτων διά του δικονομικού δικαίου.
Διαβάστε περισσότερα στην Π.Ν. Σάκκουλας Library.