Ο υπερθεματιστής νομιμοποιείται ενεργητικά, κατά διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 933 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ, προς άσκηση ανακοπής για την ακύρωση διενεργηθέντος ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, εφόσον εμφιλοχώρησε πρόδηλο σφάλμα κατά την υποβολή της προσφοράς του.
Η μελέτη πραγματεύεται τα αντικειμενικά όρια του δικονομικού δεδικασμένου (με αφορμή την ΑΠ 1188/2025). Eιδικότερα, ερευνά τα ζητήματα αφενός του κυρίου αντικειμένου του κατά το άρθρο 322 Ι εδ. β΄ ΚΠολΔ και αφετέρου εκείνου της εν προκειμένω εφαρμογής του άρθρου 331 ΚΠολΔ επί τυχόν κριθέντων προδικαστικών ζητημάτων. Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται η θέση ότι, όταν απορρίπτεται μια αγωγή ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως της εκάστοτε οικείας διαδικαστικής προϋποθέσεως, από το δικονομικό δεδικασμένο καταλαμβάνεται ως κύριο ζήτημα τόσον η διάγνωση του απαραδέκτου όσο και η διαπίστωση της εν λόγω ελλείψεως.
Η μελέτη εξετάζει τη θεμελίωση, τη νομική φύση και τα όρια της απαγόρευσης αναδίκασης της διαφοράς κατά την αναγνώριση και κήρυξη της εκτελεστότητας αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων. Με αφετηρία την ιστορική διαμόρφωση της αρχής, αναδεικνύονται οι ασάφειες που συνεπάγεται η γενική αποδοχή της και προτείνεται η συστηματική επανατοποθέτησή της στη δογματική του δικονομικού διεθνούς δικαίου. Ως προς τη θεμελίωση της αρχής, υποστηρίζεται ότι η απαγόρευση δεν συνάγεται απλώς εξ αντιδιαστολής από την περιοριστική απαρίθμηση των προϋποθέσεων αναγνώρισης στον ΚΠολΔ, αλλά διαθέτει υπερνομοθετικό έρεισμα στο άρθρ. 6 § 1 ΕΣΔΑ.
Η μελέτη αφορά σε μία συγκεντρωτική κριτική παρουσίαση των κυριότερων ρευμάτων της μεθοδολογίας του δικαίου, κατά τον χρόνο και τις συνθήκες γενέσεώς τους, από το Φυσικό Δίκαιο έως τις ημέρες μας, με επισήμανση των κύριων γνωρισμάτων της κάθε κατευθύνσεως, αλλά και των βασικών στοιχείων αξιολόγησής της.
Η αξιολόγηση προσαχθέντος αποδεικτικού μέσου ως παράνομου και η συνακόλουθη απόρριψή του ως απαράδεκτου δεν καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης κατά το άρθρο 322 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η ίδια κρίση δεν συνιστά ούτε προδικαστικό ζήτημα κατά την έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ.
Η σύγκρουση δεδικασμένων που πρoέκυψε στο πλαίσιο δίκης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης άρθηκε διά της επικράτησης του δεδικασμένου της προγενέστερης απόφασης του Εφετείου, κατ’ απόκλιση από το γενικό κανόνα που δίνει το προβάδισμα στο νεότερο δεδικασμένο, επειδή, παρόλο που, σε αντίθεση με την μεταγενέστερη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το Εφετείο είχε κρίνει δεσμευτικά το ζήτημα της ύπαρξης αξίωσης αποζημίωσης ως προδικαστικό, η προγενέστερη απόφαση είχε εκδοθεί από ιεραρχικά ανώτερο δικαστήριο και μέσω διαδικασίας η οποία χαρακτηριζόταν από περισσότερα εχέγγυα ορθότητας.
Το δεδικασμένο εκτείνεται και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά. Δικονομικό είναι και το ζήτημα, αν για την ένδικη διαφορά υπάρχει ή όχι δεδικασμένο από προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση. Και το ζήτημα αυτό καλύπτεται από το δεδικασμένο, κατ’ άρθρο 322 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από το αν σε νέα (τρίτη) δίκη το εν λόγω δεδικασμένο θα επιτελεί αρνητική ή θετική λειτουργία.