Η μελέτη πραγματεύεται τα αντικειμενικά όρια του δικονομικού δεδικασμένου (με αφορμή την ΑΠ 1188/2025). Eιδικότερα, ερευνά τα ζητήματα αφενός του κυρίου αντικειμένου του κατά το άρθρο 322 Ι εδ. β΄ ΚΠολΔ και αφετέρου εκείνου της εν προκειμένω εφαρμογής του άρθρου 331 ΚΠολΔ επί τυχόν κριθέντων προδικαστικών ζητημάτων. Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται η θέση ότι, όταν απορρίπτεται μια αγωγή ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως της εκάστοτε οικείας διαδικαστικής προϋποθέσεως, από το δικονομικό δεδικασμένο καταλαμβάνεται ως κύριο ζήτημα τόσον η διάγνωση του απαραδέκτου όσο και η διαπίστωση της εν λόγω ελλείψεως. Περαιτέρω, εξετάζεται αν έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου, η οποία κρίθηκε παρεμπιπτόντως ως προδικαστικό ζήτημα για τη διάγνωση της συνδρομής διαδικαστικής προϋποθέσεως, καλύπτεται αυτοτελώς από το δεδικασμένο κατ’ άρθρο 331 ΚΠολΔ. Κατά την κρατούσα γνώμη, το δεδικασμένο εκτείνεται αυτοτελώς και επί του προδικαστικού αυτού ζητήματος, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 331 ΚΠολΔ. Η μελέτη τοποθετείται υπέρ της ορθότητας της αντίθετης μειοψηφούσας γνώμης και επιχειρεί περαιτέρω θεμελίωσή της με κριτήρια τελολογικά.
Διαβάστε περισσότερα στην Π.Ν. Σάκκουλας Library.