Αντικείμενο της παρούσας μελέτης συνιστά ο προσδιορισμός της εμβέλειας της αρχής της αναλογικότητας, καθώς και η επίδραση και εφαρμογή της στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο. Αρχικώς αναλύεται το αποτύπωμα της αρχής της αναλογικότητας σε νομοθετικό επίπεδο, ιδίως ενόψει της πληθωριστικής τάσης του Έλληνα ποινικού νομοθέτη, της αναβάθμισης συμπεριφορών μικρότερης απαξίας σε κακουργήματα, της θεσμοθέτησης εγκλημάτων αφηρημένης διακινδύνευσης και της εκτεταμένης χρήσης των εκ του αποτελέσματος διακρινόμενων εγκλημάτων. Στην συνέχεια εντοπίζονται σημαντικές αποκλίσεις από την αρχή της αναλογικότητας στην νομολογιακή αντιμετώπιση ζητημάτων συρροής· η προσήλωση του Αρείου Πάγου στο κριτήριο της ετερότητας των εννόμων αγαθών οδηγεί συχνά σε αδικαιολόγητη παραδοχή αληθούς ή πραγματικής συρροής και, κατ’ επέκτασιν, σε επαχθείς συνολικές ποινές. Έπειτα αναπτύσσεται η ρητή κατοχύρωση της αρχής της αναλογικότητας στον Ποινικό Κώδικα για την επιβολή της δήμευσης ως παρεπόμενης ποινής και των μέτρων ασφαλείας, αλλά και η αναφορά της αρχής στην διάταξη για την εφαρμογή της δικαστικής άφεσης της ποινής. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην εφαρμογή της αρχής στην (εν στενή και εν ευρεία εννοία) επιμέτρηση της ποινής, ιδίως δε στην εφαρμογή της εις βάρος του καταδικασθέντος κατά την διερεύνηση χορήγησης ελαφρυντικών περιστάσεων. Επίσης, αναδεικνύονται τα έντονα ελλείμματα αναλογικότητας στην δέσμευση περιουσιακών στοιχείων κατά τον νόμο για την καταπολέμηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Καταληκτικώς, εκφράζονται σοβαρές επιφυλάξεις απέναντι στην σύγχρονη τάση “αντιστροφής” της αρχής της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή της εις βάρος του εμπλεκόμενου ατόμου.
Διαβάστε περισσότερα στην Π.Ν. Σάκκουλας Library.