Στην παρούσα εργασία αναλύεται το ζήτημα της σύγκρουσης μεταξύ αφενός μεν του απόλυτου χαρακτήρα της προστασίας της ανθρώπινης ζωής, αφετέρου δε του δικαιώματος αυτοδιάθεσης, προκειμένου περί πράξεων συνέργειας σε αυτοκτονία. Η συζήτηση για το συγκεκριμένο ζήτημα αναζωπυρώθηκε στο πλαίσιο της γερμανικής έννομης τάξης έπειτα από δύο αποφάσεις Πλημμελειοδικείων με τις οποίες απηλλάγησαν ιατροί που παρέλειψαν να παράσχουν βοήθεια σε ασθενείς οι οποίοι πέθαναν μετά από αυτοπροαιρέτως επιχειρηθέντα εκ μέρους τους αυτοχειριασμό. Οι αθωωτικές αυτές αποφάσεις επικυρώθηκαν με πρόσφατη απόφαση του γερμανικού Ομοσπονδιακού Ακυρωτικού Δικαστηρίου.
Oι διατάξεις των άρθρων 263 AK και 579 ΚΠολΔ περιέχουν αλληλοαναιρούμενους μεταξύ τους κανόνες στο ειδικότερο θέμα της διακοπής της παραγραφής. Στη μελέτη υποστηρίζεται ότι το ζήτημα της διακοπτικής αλλά και ανασταλτικής της παραγραφής ενέργειας της άσκησης της αγωγής αποτελεί αντικείμενο ρύθμισης αποκλειστικώς των ΑΚ 261-263. Αποφεύγεται έτσι η εκδοχή μιας αθέλητης εσωτερικής αντινομίας.
Επέρχεται ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, εφόσον από την παράλειψη αναγραφής συγκεκριμένης ημερομηνίας και όχι απλώς του μήνα τελέσεως των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο πλημμελημάτων επηρεάζεται το ζήτημα της παραγραφής, υπό την έννοια ότι κατά την ημέρα εκδίκασης της αναίρεσης δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν έχει συμπληρωθεί ο χρόνος αυτής.
Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας λόγω αδικοπραξίας o παθών δικαιούται να ζητήσει απόδοση και των νοσηλίων για την εισαγωγή του σε ιδιωτικό θεραπευτήριο, αντί δημόσιου νοσοκομείου, εφόσον τούτο ήταν πράγματι αναγκαίο για την καλύτερη ή ταχύτερη αντιμετώπιση της κατάστασης της υγείας του ή για την αποτροπή της επιδείνωσής της.
Η ύπαρξη της ιδιότητας του υπόχρεου σε υποβολή δηλώσεως περιουσιακής κατάστασης κρίνεται επί τη βάσει του ισχύοντος νόμου κατά τον χρόνο υποβολής της δηλώσεως, δεν εφαρμόζεται δε η διάταξη του άρ. 2 ΠΚ εάν με μεταγενέστερη διάταξη περιορισθούν τα πρόσωπα που έχουν την ως άνω ιδιότητα.
Σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία θέση, η απαλλοτρίωση των άρθρων 939 επ. ΑΚ συντελείται, όταν πρόκειται για διάθεση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, με μόνη τη σύναψη της απαλλοτριωτικής πράξης, ανεξάρτητα από τον χρόνο μεταγραφής αυτής. Η θέση αυτή προκαλεί διάσπαση στο σύστημα των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και στη λειτουργία της δημοσιότητας, ευνοεί την εκδήλωση κακόπιστης εκ μέρους του οφειλέτη συμπεριφοράς και στερεί αδικαιολόγητα την προστασία από δανειστές που χρήζουν προστασίας.