Ενόψει της πληθώρας των περιπτώσεων ηλεκτρονικής τραπεζικής απάτης και των αρνητικών συνεπειών της για τα οικονομικά συμφέροντα των χρηστών, οι τελευταίοι θα αξιώσουν από την τράπεζα την επιστροφή των «απολεσθέντων» χρημάτων τους. Στο πλαίσιο αυτό, ανακύπτουν για τον εφαρμοστή του δικαίου δύο κρίσιμα νομικά ζητήματα: Η κατανομή του κινδύνου και το βάρος απόδειξης μεταξύ τράπεζας και χρήστη, σε σχέση με την προκληθείσα χρηματική ζημία. Στόχος της μελέτης είναι η διερεύνηση των ζητημάτων αυτών υπό το πρίσμα της ισχύουσας νομοθεσίας για τις υπηρεσίες πληρωμών και της συναφούς νομολογίας των δικαστηρίων της ουσίας, αλλά και η αξιολόγηση των πιθανών επενεργειών της πρόσφατης νομοθετικής πρωτοβουλίας του αρμόδιου Υπουργείου Ανάπτυξης για την αντιμετώπιση του phishing, στις εκατέρωθεν θέσεις των συμβαλλόμενων μερών.
Αν ως τίτλος κτήσης δικαιώματος, δυνάμει του οποίου ζητείται η διόρθωση ανακριβούς αρχικής κτηματολογικής εγγραφής, προβάλλεται η χρησικτησία, αρκεί ο απαιτούμενος χρόνος άσκησης νομής εκ μέρους του χρησιδεσπόζοντος-κυρίου να έχει συμπληρωθεί κατά τον χρόνο άσκησης του σχετικού ένδικου μέσου διόρθωσης.
Υπό τον πΠΚ, εφόσον διαπιστωνόταν η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου, έπρεπε να ληφθεί υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής και να μνημονευθεί με συνοπτική αιτιολογία. Επί τυχόν αναιρέσεως της απόφασης, η ανωτέρω διαπίστωση, μετά την ισχύ του νΠΚ, ισοδυναμεί και εξομοιώνεται με την αναγνώριση της προβλεπόμενης στην διάταξη του άρ. 84 παρ. 3 νΠΚ ελαφρυντικής περίπτωσης. Η διάταξη του άρ. 85 νΠΚ είναι επιεικέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας διάταξης, κατά την οποία η μείωση της ποινής εφαρμοζόταν μία μόνο φορά. Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση λόγω υπερβάσεως εξουσίας.
Στην μελέτη διερευνάται η σχέση μεταξύ της πνευματικής ιδιοκτησίας και της τεχνολογίας. Αφορμή αποτελεί η απόφαση του ΔικΕΕ Austro-Mechana, η οποία εφαρμόζει για πρώτη φορά –έστω και διστακτικά– στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας την αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας. Επιχειρείται ταυτόχρονα η κριτική αποτίμηση της ως άνω απόφασης και η προσαρμογή των συμπερασμάτων της στο ελληνικό δίκαιο (ν. 2121/1993) υπό μια δυναμική ερμηνεία του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας και υπό την αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας.
Για τον εξωλογιστικό προσδιορισμό του μη καταβληθέντος φόρου επί του αδικήματος της κατ' εξακολούθησιν φοροδιαφυγής (άρ. 8 του Ν. 4337/2015), συνιστάμενης στην υποβολή ανακριβούς δηλώσεως φόρου εισοδήματος, αφαιρούνται οι προσαυξήσεις και οι κυρωτικές προσθήκες. Κρίνεται αθώος ο κατηγορούμενος κατόπιν αποδοχής του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του, εφόσον τα ποσά των διαφυγόντων φόρων υπολείπονται (αμφότερα) του ορίου των 100.000 ευρώ.
H κατάσχεση στα χέρια τετάρτου συνιστά μια μη ρυθμιζόμενη στον ΚΠολΔ δικονομική δυνατότητα, που έγκειται στην πραγματικότητα στην επιβολή δύο κατασχέσεων. Με την πρώτη κατάσχεση ο κατασχών, ενεργώντας ως μη δικαιούχος διάδικος, ασκεί πλαγιαστικά τα δικαιώματα του οφειλέτη του κατά του «τετάρτου», ενώ η δεύτερη είναι μια κλασσική κατάσχεση, προκειμένου ο κατασχών να εξασφαλιστεί έναντι της αφερεγγυότητας του δικού του οφειλέτη.
Είναι αδύνατη η εξαντλητική απαρίθμιση όλων των σοβαρών λόγων ευπρέπειας (άρ. 23 παρ. 2 ΚΠΔ) που συνιστούν λόγους αποχής δικαστικού λειτουργού από την άσκηση των καθηκόντων του. Η συνδρομή ή μη των λόγων αυτών αποτελεί ζήτημα πραγματικό, εξεταζόμενο in concreto. Ο όρος “ευπρέπεια” περιέχει αντικειμενική κρίση σχετικά τις δημιουργούμενες αμφιβολίες ως προς την αντικειμενική και ανεπηρέαστη διερεύνηση συγκεκριμένης υπόθεσης. Σε αντίθεση όμως προς την επιταγή αντικειμενικής συνδρομής πραγματικών περιστατικών του άρ. 15 ΚΠΔ, στην περίπτωση αποχής για λόγους ευπρέπειας, αρκεί η αμφιβολία στο πρόσωπο του δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού (υποκειμενικό κριτήριο) ότι θα κρίνει ανεπηρέαστα την υπόθεση. Συντρέχει λόγος εξαίρεσης δικαστικού λειτουργού από την συμμετοχή της στην σύνθεση του Συμβουλίου που κρίνει επί της προσφυγής (άρ. 581 ΚΠΔ) της προσφεύγουσας και ήδη εγκαλούσας, εις βάρος της δικαστικού λειτουργού, για «κατάχρηση εξουσίας ή και παράβαση καθήκοντος αλλά και εσχάτη προδοσία» στο πλαίσιο έκδοσης καταδικαστικής εις βάρος της απόφασης. (και μειοψ.)
Ο διαχειριστής αφανούς εταιρείας καθίσταται κύριος όσων αποκτά από τη διαχείριση της εταιρείας. Ταυτόχρονα, φέρει την υποχρέωση να καταστήσει τα αποκτήματα κοινά σε όλους τους εταίρους, μεταβιβάζοντας σ’ αυτούς τμήμα τους αντίστοιχο με την εταιρική μερίδα καθενός. Αν αρνηθεί τη μεταβίβαση, ο διαχειριστής δεν διαπράττει υπεξαίρεση, αλλά παραβιάζει απλώς ενοχική του υποχρέωση.