Στην μελέτη παρουσιάζεται η ιδιαίτερη ταυτότητα της τεχνητής νοημοσύνης ως της πλέον προκλητικής για το δίκαιο σύγχρονης τεχνολογικής εξέλιξης, με ανάδειξη κομβικών ζητημάτων που τίθενται με αυτήν ειδικά για τους επιμέρους κλάδους του ποινικού δικαίου.
Παραίτηση κατιόντος (συγ)κληρονόμου από το δικαίωμα της συνεισφοράς. Η εν λόγω παραίτηση δεν αποτελεί αποποίηση της κληρονομίας υπό την έννοια του άρθρου 1847 ΑΚ ή εκποίηση αυτής ή άλλη απαλλοτριωτική δικαιοπραξία· συνιστά μόνο παραίτηση από την δυνατότητα επίκλησης της αξίωσης για συνεισφορά.
H πραγματογνωμοσύνη αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, διαφορετικό από τα έγγραφα, και ως εκ τούτου για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν αρκεί μόνη η αναφορά στα έγγραφα, αλλά απαιτείται να μνημονεύεται αυτή ειδικά, ώστε να προκύπτει με βεβαιότητα ότι ελήφθη υπόψιν. Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για παράνομη εισαγωγή, εμπορία, διάθεση και κατοχή όπλων, διότι α) μεταξύ των αποδεικτικών μέσων δεν περιλαμβάνονται οι αναφερόμενες στα πρακτικά, ως αναγνωσθείσες, δύο εκθέσεις εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, β) ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα εμφιλοχωρεί αντίφαση σε σχέση με τον παράνομο χαρακτήρα των πράξεων, καθώς και ως προς το αν έγιναν χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής και του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, και γ) ως προς τον δεύτερο δεν διαλαμβάνονται αιτιολογίες αναφορικά με την άσκηση εκ μέρους του φυσικής εξουσίας επί των όπλων.
Υποχρέωση του δικαστηρίου να επιβάλει χρηματική ποινή σε διάδικο, ή στον νόμιμο αντιπρόσωπό του, ή στον δικαστικό του πληρεξούσιο, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά με αρνητική επενέργεια στην απονομή της δικαιοσύνης. Στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 205 ΚΠολΔ υπάγεται κάθε μορφής αίτησης παροχής έννομης προστασίας που είναι προφανώς αβάσιμη.
Η ένταξη κάποιας ουσίας στις περιλαμβανόμενες στους πίνακες που αναφέρονται στην διάταξη του άρ. 1 παρ. 2 ΚΝΝ αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της ποινικής διατάξεως στην οποία προβλέπεται το έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών. Η ΚΥΑ με την οποία προστίθεται ή αφαιρείται από τους ως άνω πίνακες μια ουσία υπόκειται στον κανόνα του άρ. 2 παρ. 1 ΠΚ, η δε εφαρμογή της ελέγχεται υπό το πρίσμα του άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ. Η Υπουργική Απόφαση με την οποία απλώς μεταφέρεται σε άλλο πίνακα της ίδιας διατάξεως μια ήδη ενταγμένη σε αυτήν ναρκωτική ουσία, για λόγους επιστημονικής ορθότητας αναφορικά με την ομαδοποίηση των συγγενών ουσιών, είναι αδιάφορη σε σχέση με την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος.
Απόφαση αυτόκλητης γενικής συνέλευσης, που φέρεται μεν ως καθολική, ενώ στην πραγματικότητα δεν παρίστανται σε αυτήν όλοι οι μέτοχοι, είναι ανυπόστατη· επομένως, δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα αυτοδικαίως, χωρίς να χρειάζεται να μεσολαβήσει διαπλαστική απόφαση άρσης της ισχύος της. Αν σε μια τέτοια κατ’ επίφαση «καθολική» γ.σ. αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, οι μετοχές που εκδόθηκαν είναι άκυρες.
Συζητούν: Αθανάσιος Κουτρομάνος, Γιάννα Καρύμπαλη-Τσίπτσιου, Θεόδωρος Λύτρας, Καλλιόπη Χριστακάκου-Φωτιάδη, Ηρώ Μυλωνάκου-Κεκέ