Ενόψει της πληθώρας των περιπτώσεων ηλεκτρονικής τραπεζικής απάτης και των αρνητικών συνεπειών της για τα οικονομικά συμφέροντα των χρηστών, οι τελευταίοι θα αξιώσουν από την τράπεζα την επιστροφή των «απολεσθέντων» χρημάτων τους. Στο πλαίσιο αυτό, ανακύπτουν για τον εφαρμοστή του δικαίου δύο κρίσιμα νομικά ζητήματα: Η κατανομή του κινδύνου και το βάρος απόδειξης μεταξύ τράπεζας και χρήστη, σε σχέση με την προκληθείσα χρηματική ζημία. Στόχος της μελέτης είναι η διερεύνηση των ζητημάτων αυτών υπό το πρίσμα της ισχύουσας νομοθεσίας για τις υπηρεσίες πληρωμών και της συναφούς νομολογίας των δικαστηρίων της ουσίας, αλλά και η αξιολόγηση των πιθανών επενεργειών της πρόσφατης νομοθετικής πρωτοβουλίας του αρμόδιου Υπουργείου Ανάπτυξης για την αντιμετώπιση του phishing, στις εκατέρωθεν θέσεις των συμβαλλόμενων μερών.
Από το πλήθος των υποχρεώσεων που υπέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα κατά τη διάθεση σύνθετων ομολογιών, στην παρούσα μελέτη εξετάζονται εκείνες οι υποχρεώσεις που στοχεύουν στην αποτροπή της διάθεσης τέτοιων σύνθετων ομολογιών σε πελάτες των οποίων το επενδυτικό προφίλ δεν είναι συμβατό με πολύπλοκα στη σύλληψή τους επενδυτικά προϊόντα (mis-selling).