Για τον χαρακτηρισμό της εκβίασης ως κακουργηματικής απαιτείται τοπική και χρονική αμεσότητα του κακού με το σώμα ή την ζωή του απειλουμένου, χωρίς να αρκεί η εκτόξευση απειλής κακού που θα επέλθει στο μέλλον. Προϋποθέσεις διάταξης προσωρινής κρατήσεως κατά την προδικασία. Για την συνέχιση της προσωρινής κρατήσεως για το ίδιο κακούργημα πέραν του ενός έτους απαιτείται μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το άρ. 292 παρ. 2 ΚΠΔ, οι περιστάσεις τέλεσης του εν λόγω αδικήματος να είναι τέτοιες, που να δικαιολογούν την κατ’ εξαίρεση παράταση της προσωρινής κράτησης, ώστε να αποτραπεί η διάπραξη και άλλων εγκλημάτων από τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο, βάσει της βαρύτητας της πράξεως, του είδους, της φύσεως και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών αυτής ή του τρόπου τελέσεώς της, καθώς και της επικινδυνότητας του προσωρινώς κρατουμένου και της πιθανότητας τελέσεως από αυτόν παρόμοιων πράξεων, αν αφεθεί ελεύθερος. Διατάσσεται η απόλυση και η επιβολή περιοριστικών όρων των κατηγορουμένων για σύσταση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση με μέλη εγκλείστους σε καταστήματα κράτησης, με δομημένη δράση και υποδομή για την τέλεση, μεταξύ άλλων, κακουργηματικών εκβιάσεων εις βάρος δικηγόρων.
Όπως προκύπτει από το γράμμα των άρθρων 101-107 ΣΛΕΕ, ο όρος «επιχείρηση» προσδιορίζει το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής του Ενωσιακού δικαίου για τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Το σύγχρονο, όμως, και ιδίως το ψηφιακό οικονομικό περιβάλλον, ενθαρρύνει νέες μορφές συμμετοχής στις εμπορικές συναλλαγές που υποβάλλουν την έννοια της επιχείρησης σε ζυμώσεις και καλούν σε επανεξέταση του περιεχομένου της. Η μελέτη αναδεικνύει ιδιαιτερότητες της οικονομικής δραστηριότητας που αναπτύσσεται ειδικά στις επιγραμμικές πλατφόρμες και διερευνά πώς διαμορφώνεται η εμβέλεια του δικαίου για τον ανταγωνισμό υπό τις οικείες επιρροές.
Στην μελέτη σχολιάζεται η χρονική εμβέλεια της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών αναφορικά με συνομιλίες που διημείφθησαν μέσω της εφαρμογής Messenger της πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης Facebook.
Μόνη η επίκληση από την ενάγουσα στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου οριστικής (και μετέπειτα ανατραπείσας) καταδικαστικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου σε βάρος του εναγομένου, ο οποίος μάλιστα δεν μνημονεύεται ονομαστικά στις προτάσεις της ενάγουσας, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του Ν. 2472/1997.
Συνιστά βελτίωση της κατηγορίας η μετατροπή αυτής από επικίνδυνη σε απλή σωματική βλάβη, καθώς, όπως αποδείχθηκε, η πράξη στην οποία προέβη ο κατηγορούμενος, ήτοι η απτική επαφή και συγκεκριμένα η επακούμβηση της χειρός του στον ογδοντάχρονο παθόντα, χωρίς να συνίσταται η επαφή αυτή σε “γροθιά” και χωρίς να είναι ισχυρής εντάσεως, δεν δύναται να συνδεθεί με τα ευρήματα της αξονικής τομογραφίας που διενεργήθηκε μετά το συμβάν, διότι η φύση του εν λόγω χτυπήματος, το οποίο κινείται εντός των ορίων της απωθητικής δράσης, δεν εγκαθιδρύει άνευ ετέρου ισχυρό κίνδυνο απώλειας ισορροπίας, ακόμα και όταν στρέφεται εις βάρος ηλικιωμένου με βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό, ήτοι εις βάρος ατόμου με ασθενείς δυνάμεις. Παύει οριστικώς η ποινική δίωξη λόγω υφ’ όρον παραγραφής, εφαρμοζομένου του άρ. 8 του Ν. 4411/2016, κατόπιν μεταβολής της κατηγορίας από το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε απλή.
Ενώ το άρθρο 565 ΙΙ ΚΠολΔ αναφέρεται στην αναστολή της εκτελεστότητας των τελεσίδικων καταψηφιστικών αποφάσεων, πάγια και ορθή επί του θέματος νομολογία δέχεται ότι η προβλεπόμενη αναστολή αφορά στο σύνολο των συνεπειών των αναιρεσιβαλλόμενων αποφάσεων και ιδίως του δεδικασμένου αυτών. Εντούτοις, η τελεσίδικη απόρριψη αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, δυνάμενη να προκαλέσει βλάβη στον ηττηθέντα ενάγοντα, οσάκις ο νικήσας εναγόμενος διαθέτει πρόσφορα δικονομικά μέσα προς εξαναγκασμό του ενάγοντος σε συμμόρφωση προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απορριπτικής απόφασης, καθιστά την αναστολή του δεδικασμένου αυτής τελολογικώς επιβεβλημένη. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει η δημοσιευόμενη γνωμοδότηση.
Η ακυρότητα που αφορά στην κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι σχετική, καλύπτεται δε, αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις μέχρι την έναρξη της συζήτησης, ήτοι μέχρι την απαγγελία της κατηγορίας και όχι μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ήτοι την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, πολλώ δε μάλλον μετά την έναρξη αυτής. Υπάρχει υπέρβαση εξουσίας όταν το δικαστήριο της ουσίας παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αντί να προχωρήσει στην κατ’ ουσίαν εκδίκαση της υπόθεσης, καθόσον δεν έχει παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου διότι, αφού κηρύχθηκε η ως άνω ακυρότητα, που προβλήθηκε μόνο από δύο εκ των πέντε κατηγορουμένων, το δικαστήριο προχώρησε στην κήρυξη της ακυρότητας των κλητηρίων θεσπισμάτων και για τον ωσεί παρόντα αλλά και για τους δύο άλλους κατηγορουμένους, μολονότι δεν προβλήθηκε σχετική ένσταση από αυτούς, στην συνέχεια δε, χωρίς να εξετασθεί η ουσία της υπόθεσης, έπαυσε οριστικά η εις βάρος τους ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
Κεντρικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του θεσμού του plea bargaining είναι η ανταλλαγή της ομολογίας του κατηγορουμένου με την επιβολή μειωμένης ποινής. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως δεν απαιτείται η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι ελήφθησαν υπόψιν και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά κατ’ επιλογήν. Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε με την διαδικασία της ποινικής διαπραγμάτευσης, διότι δεν παράγεται βεβαιότητα σχετικά με το ότι ελήφθησαν υπόψιν τα στοιχεία της δικογραφίας, πέραν των δύο εγγράφων που αναφέρονται ως αναγνωστέα. Επεκτείνεται το αναιρετικό αποτέλεσμα και στους συγκατηγορουμένους του αναιρεσείοντος.