Το σήμα, ως σημείο συνιστάμενο σε διακριτικό γνώρισμα, αποτελεί έγγραφο με την έννοια του νόμου και ως εκ τούτου η τυχόν εκτύπωση ή αλλοίωσή του χωρίς την άδεια του δικαιούχου και η επικόλλησή του σε όμοια προϊόντα, τα οποία προσφέρονται στο κοινό ως προερχόμενα από την επιχείρηση που τα παράγει, θεμελιώνει το έγκλημα της πλαστογραφίας, ενώ η έκθεση των εν γνώσει απομιμητικών προϊόντων σε προθήκες καταστήματος προς πώληση συνιστά το έγκλημα της χρήσεως πλαστού. Παραπέμπονται οι κατηγορούμενοι παραγωγοί και πωλητές απομιμητικών προϊόντων ποδοσφαιρικών ομάδων για τα αδικήματα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση, της κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας σε εμπορική κλίμακα, της παράβασης των διατάξεων περί εμπορικών σημάτων και των διατάξεων περί αθεμίτου ανταγωνισμού, αξιολογουμένων ως μη πειστικών των ισχυρισμών περί γεωγραφικής διαφοράς της δραστηριότητας των επιχειρήσεων και περί νομικής πλάνης.
Η μελέτη εξετάζει τα ζητήματα εμπράγματου και ενοχικού δικαίου που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 943 ΚΠολΔ σε σχέση με τα κινητά πράγματα που βρίσκονται στο ακίνητο κατά την αναγκαστική αποβολή του καθ’ ου. Έμφαση δίδεται στην ανάλυση του περιεχομένου και του βεληνεκούς της διάταξης του άρθρου 943 παρ. 6 ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώθηκε ειδική εξάμηνη παραγραφή της αξίωσης του καθ’ ου κατά του μεσεγγυούχου «προς απόδοση των κινητών πραγμάτων».
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για εκβίαση συνιστάμενη στον εξαναγκασμό του παθόντος, υπό την απειλή βλάβης της ατομικής του επιχείρησης, να εκδώσει επιταγές ευκολίας, τις οποίες ο κατηγορούμενος οπισθογράφησε, εισέπραξε και εν συνεχεία αρνήθηκε να καλύψει την αξία τους στις κομίστριες τράπεζες, με αποτέλεσμα ο παθών να αναγκασθεί να τις εξοφλήσει με δικά του χρήματα, καίτοι ο κατηγορούμενος του είχε υποσχεθεί ότι θα του κατέβαλλε τα χρήματα προ της λήξεως των επιταγών ευκολίας και δεν θα υφίστατο καμία οικονομική βλάβη.
Αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής δεν μπορούν να είναι μεμονωμένα ή προδικαστικά στοιχεία ορισμένης έννομης σχέσης ούτε η αναγνώριση ύπαρξης ορισμένης νομικής κατάστασης. Τέτοια, μη υποκείμενη σε αναγνώριση νομική κατάσταση, αποτελεί η εκ μέρους του εναγομένου συνιδιοκτήτη παράβαση του νόμου ή/και του καταστατικού της πολυκατοικίας.
Στην παρούσα μελέτη επιχειρείται η επισκόπηση των νομοθετικών παρεμβάσεων στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η οποία γίνεται –κατά κανόνα– με βάση τα άρθρα του ΚΠΔ, που αντίστοιχα τροποποιούνται, προκειμένου ο αναγνώστης να αποκτά άμεση ενημέρωση στο κείμενο, το οποίο ισχύει στην τελευταία διαμόρφωσή του, ενώ με τις ερμηνευτικές και –σε αρκετά σημεία– κριτικές παρατηρήσεις επιχειρείται μια ολοκληρωμένη προσέγγιση των σχετικών ρυθμίσεων.
Με βάση την προσήκουσα ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 134 παρ. 1, 215 παρ. 2 και 238 παρ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτό ότι για την συντέλεση της άσκησης της αγωγής κατά το άρθρο 215 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ, καθώς και για την επίδοση των εισαγωγικών της δίκης δικογράφων κατά το άρθρο 238 παρ. 1 ΚΠολΔ, αρκεί η πλασματική επίδοση στον αρμόδιο Εισαγγελέα και όχι η πραγματική επίδοση στην κατοικία του εναγομένου στην χώρα διαμονής του.
Η εύστοχη εφαρμογή παραδοσιακών θεσμών του Αστικού Κώδικα σε σύγχρονες μορφές συναλλαγής επιβάλλει τη λεπτομερή ανίχνευση της δομής των μελετώμενων συναλλακτικών σχέσεων. Στην εξεταζόμενη περίπτωση η νομική μεταχείριση μιας άτυπης δωρεάς μεταξύ συζύγων για την κάλυψη των υποχρεώσεων του ενός από σύμβαση ανάληψης μετοχών ανώνυμης εταιρείας επιβάλλει την ακριβή οριοθέτηση μεταξύ της σύμβασης ελευθέρωσης (ΑΚ 478) και της αναδοχής χρέους (ΑΚ 471 και 477), του περιεχομένου και της λειτουργίας τους.
Αθώωση κατηγορουμένου για πλαστογραφία μετά χρήσεως συνιστάμενη στην συμπλήρωση λευκών επιταγών κατά τα στοιχεία τους θέτοντας κατ’ απομίμηση την υπογραφή της "εκδρότριας", χωρίς κάθε φορά να απαιτείται να την ενημερώνει. Αποδοχή του αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού περί υπάρξεως συναίνεσης της εκδότριας των επιταγών για α) συμπλήρωσή τους κατά τα στοιχεία τους, β) θέση της υπογραφής της και γ) περαιτέρω θέση τους στην κυκλοφορία, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται η πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως.