Στη μελέτη προσδιορίζεται η νομική φύση και τα βασικά χαρακτηριστικά της ανάλυσης DNA. Διατυπώνονται επιφυλάξεις ως προς ορισμένες διατάξεις του άρθρου 201 ΚΠΔ. Αναλύονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για τη διενέργεια γενετικής ανάλυσης, ενώ προσεγγίζεται κριτικά η πρόσφατη πρόβλεψη περί απαγορεύσεως διορισμού τεχνικού συμβούλου στις περιπτώσεις των αυτόφωρων εγκλημάτων. Τέλος, διατυπώνεται η πρόταση να δοθούν λύσεις στα ανακύπτοντα προβλήματα με κανονιστική παρέμβαση.
Στην αστική απάτη, όπως αυτή ρυθμίζεται στα άρθρα 147 επ. ΑΚ, η προκαλούσα την παραπλάνηση του εξαπατηθέντος ψευδής παράσταση μπορεί να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός (σε αντίθετη με ό,τι γίνεται δεκτό σχετικά με την απάτη του Ποινικού Κώδικα).
Ορθώς επεβλήθη ποινή φυλάκισης δύο ετών στον κατηγορούμενο που καταδικάσθηκε για φοροδιαφυγή κατ' εφαρμογή του άρ. 85 ΠΚ, αφού μετά την αναγνώριση δύο ελαφρυντικών περιστάσεων το ύψος της ποινής μειώθηκε διπλά, δεν υπήρχε δε υποχρέωση να αναφέρεται στην απόφαση το ποσοστό μείωσης της ποινής για κάθε ελαφρυντική περίσταση που αναγνωρίσθηκε στον κατηγορούμενο.
Το άρθρο 17 της Οδηγίας 2019/790 θεσπίζει ένα ειδικό καθεστώς ευθύνης για τους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμοιρασμού περιεχομένου, υποχρεώνοντάς τους να μεριμνούν για την αδειοδότηση του προστατευόμενου από πνευματικά και συγγενικά δικαιώματα περιεχομένου που παρουσιάζουν στο κοινό από τις πλατφόρμες τους. Στο πλαίσιο αυτό προβλέπεται και η υποχρεωτική ενσωμάτωση των εξαιρέσεων της παράθεσης και παρωδίας στα εθνικά δίκαια, προκειμένου οι χρήστες να αναρτούν νόμιμα στις πλατφόρμες ψηφιακό περιεχόμενο παραγωγής τους με προστατευόμενα έργα/εισφορές (UGC) χωρίς άδεια των δικαιούχων.
Δεν αποτελεί απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο η αποκάλυψη των εξωτερικών στοιχείων της επικοινωνίας, διότι με την εκ του άρ. 19 Συντ. αναφερόμενη αρχή του απορρήτου της επικοινωνίας προστατεύεται το περιεχόμενο της επικοινωνίας και όχι η ύπαρξή της και τα εξωτερικά της στοιχεία.
Μολονότι ο καταλογισμός του οφέλους συνδέεται αναπόσπαστα και συμβάλλει στον εννοιολογικό προσδιορισμό της ζημίας, ο ισχυρισμός του εναγομένου στην αποζημιωτική δίκη ότι συγχρόνως με τη ζημία ανέκυψε αιτιωδώς και ωφέλεια για τον ζημιωθέντα, δεν συγκροτεί αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής, αλλά κλασσική μορφή καταχρηστικής ενστάσεως. Συνεπώς, αν τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ωφέλεια καταστούν οπωσδήποτε νόμιμο υλικό της δίκης (από οποιονδήποτε διάδικο), η έννομη συνέπεια της ωφέλειας αυτής λαμβάνεται (και) αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο.