Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (Ν. 1882/1990). Χρέος από ιδιωτική σύμβαση, όπως η μίσθωση, με την Εκκλησία της Ελλάδος δεν αποτελεί χρέος με δημόσιο χαρακτήρα και για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στον πίνακα χρεών της ΔΟΥ, ούτε να συνυπολογίζεται για το συνολικό ύψος του χρέους η μη καταβολή του οποίου στοιχειοθετεί το αδίκημα του άρ. 25 του Ν. 1882/1990.
Με την παρούσα μελέτη προσεγγίζεται το ζήτημα των προσωπικών δεδομένων ως ανταλλακτικών μέσων στο πλαίσιο της σύγχρονης ψηφιακής αγοράς υπό το πρίσμα της Οδηγίας 2019/770/ΕΕ και του ν. 4967/2022. Στόχος της μελέτης είναι η παρουσίαση των νομικών προκλήσεων που συνοδεύουν τη χρήση των προσωπικών δεδομένων ως ανταλλάγματος, καθώς και η κατά το δυνατόν πρόταση λύσεων για την αντιμετώπισή τους.
Στην μελέτη παρουσιάζεται αρχικά η θέση της νομολογίας και μερίδας της θεωρίας επί του ζητήματος, σύμφωνα με την οποία τα δικαιώματα της παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας και της υποβολής εγκλήσεως ανήκουν στον εταίρο της εταιρίας. Στη συνέχεια διατυπώνεται μια διαφορετική από την κρατούσα άποψη, σύμφωνα με την οποία η απάντηση στο ανωτέρω ζήτημα δεν μπορεί να είναι ενιαία, αλλά θα πρέπει να κρίνεται in concreto.
Αντικείμενο της μελέτης είναι η προστασία με την ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ εμπράγματων δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, τα οποία προσβάλλονται στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, παρότι το πρόσωπο αυτό δεν είναι υποκείμενο της εκτελεστικής διαδικασίας. Εξετάζεται, επίσης, η δυνατότητα προσωρινής δικαστικής προστασίας του τρίτου με την άσκηση αίτησης για αναστολή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και η προστασία του τρίτου στο πλαίσιο της διαδικασίας διοικητικής εκτέλεσης με το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα της ανακοπής του Κώδικα Είσπραξης Δημόσιων Εσόδων (ν.δ. 356/1974 και ήδη ν. 4978/2022).
Ποινική διαπραγμάτευση. Το δικαστήριο που καλείται να επικυρώσει το πρακτικό διαπραγμάτευσης μπορεί να μεταβάλλει τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης που αποδίδει σε αυτήν ο εισαγγελέας, εφόσον δεν επιδεινώνει την θέση του κατηγορουμένου και, κατ’ επέκτασιν, να επιβάλλει ποινή μικρότερου ύψους σε σχέση με την συμφωνηθείσα. Μπορεί επίσης να αναγνωρίσει την συνδρομή ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ή και να χορηγήσει αναστολή στην εκτέλεση της ποινής του.
Η μελέτη αναφέρεται στη σχέση έντασης που μπορεί να αναπτυχθεί μεταξύ της ανάγκης για προστασία των καταναλωτών και των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και λοιπών κριτηρίων χρηστής εταιρικής διακυβέρνησης (ESG), που –ολοένα και συχνότερα– υιοθετούνται από τις μεγάλες επιχειρήσεις. Παρουσιάζεται περιπτωσιολογία επιχειρήσεων (κυρίως από την αμερικανική νομολογία) που, επικαλούμενες την εφαρμογή κριτηρίων ESG, προέβησαν σε αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό δικαιώματα των καταναλωτών. Η μελέτη ολοκληρώνεται με την προσέγγιση του προβληματισμού υπό το πρίσμα του ελληνικού και ενωσιακού δικαίου.