Στοιχεία για τον χαρακτήρα του κρατουμένου τα οποία συνάγονται από τις συνθήκες τέλεσης της πράξης για την οποία καταδικάστηκε δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν για την κρίση περί χορηγήσεως ή μη της υφ’ όρον απόλυσης, διότι αυτά έχουν ήδη αξιολογηθεί κατά την επιμέτρηση της ποινής από το δικαστήριο. Γίνεται δεκτή η έφεση του κρατουμένου κατά του βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών περί (μη) χορηγήσεως σε αυτόν υφ’ όρον απόλυσης, διότι εσφαλμένα αξιολογήθηκε η διαγωγή του με βάση την τέλεση αξιόποινης πράξης εκ μέρους του κατά την διάρκεια του χρόνου της δοκιμασίας που του χορηγήθηκε με προηγούμενη υφ’ όρον απόλυση, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της παραμονής του στο κατάστημα κράτησης.
Ο γενεσιουργός λόγος του χρέους κατά το άρθρο 479 ΑΚ πρέπει να έχει στοιχειοθετηθεί κατά τον χρόνο της μεταβίβασης της επιχείρησης ή της περιουσίας· δεν απαιτείται όμως γνώση του αποκτώντος για την ύπαρξη του χρέους, ούτε προηγούμενη δικαστική αναγνώρισή του μέχρι τον χρόνο της μεταβίβασης.
Υπό ποίες προϋποθέσεις μπορεί να επιβληθεί ποινή ελαττωμένη σε όποιον κατά τον χρόνο που τέλεσε αξιόποινη πράξη είχε συμπληρώσει το δέκατο όγδοο, όχι όμως και το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του. Αιτιολογημένως απερρίφθη ο ισχυρισμός περί συνδρομής του ελαφρυντικού της μετεφηβικής ηλικίας, διότι στην απόφαση διαλαμβάνεται ότι η εγκληματική συμπεριφορά του αποτελούσε συνειδητή επιλογή και δεν έχει σχέση με την νεανική ανωριμότητά του. Προϋποθέσεις θεμελίωσης του ισχυρισμού περί προτέρου συννόμου βίου. Για ποιον λόγο ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο. Προϋποθέσεις συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη.
Αν η καταδίκη αφορά πράξη η οποία με μεταγενέστερο νόμο κατέστη μη αξιόποινη, η καταδικαστική απόφαση διαγράφεται από τα δελτία ποινικού μητρώου. Με το άρ. 469 ΠΚ απαλείφθηκε το αξιόποινο της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο που προέρχονται από την μη εκτέλεση χρηματικών ποινών οι οποίες επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και των σχετικών με αυτά προσαυξήσεων, τόκων και λοιπών επιβαρύνσεων. Γίνεται δεκτή η αίτηση για διαγραφή από το ποινικό μητρώο του αιτούντος προηγούμενης καταδικαστικής απόφασης για παράβαση του άρ. 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, διότι η τελευταία με ρητή διάταξη μεταγενέστερου νόμου (άρ. 469 ΠΚ, με το οποίο προστέθηκε εδάφιο γ΄ στην παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990) κατέστη ανέγκλητη.
Η αρχή της αναλογικότητας δεσμεύει τον ανακριτή σε κάθε στάδιο διενέργειας οποιασδήποτε ανακριτικής πράξης, αφού κατοχυρώνεται στο υπέρτερης τυπική ισχύος άρ. 25 Συντ. Γίνεται δεκτή η αίτηση του πρώτου αιτούντος προς άρση της κατάσχεσης που είχε επιβληθεί σε σκάφος ιδιοκτησίας του, διότι εκτιμήθηκε ότι η βλάβη που θα υφίστατο από την διατήρηση της κατάσχεσης δεν θα ήταν πρόσφορη, αναγκαία και αναλογική, αφού μετά την πάροδο ικανού χρονικού διαστήματος δεν είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση των ρουμανικών δικαστηρίων που να ορίζει την τύχη της κατάσχεσης, αλλά και η συντήρηση του σκάφους κατέστη στο μεταξύ αδύνατη, με αποτέλεσμα η αξία του να μειωθεί σε μεγάλο ποσοστό.
Στην μελέτη εξετάζονται κατά τρόπο συστηματικό οι διατάξεις των άρθρων 910-912 ΑΚ. Ερευνώνται οι προϋποθέσεις επίτασης της ευθύνης του λήπτη και ακολούθως αναλύεται το περιεχόμενο της επαυξημένης ευθύνης, η δυσμενέστερη δηλαδή μεταχείριση του λήπτη σε σχέση με την γενική ευθύνη του πλουτίσαντος προς απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Εθνική ρύθμιση η οποία καταφάσκει τον καταχρηστικό χαρακτήρα ΓΟΣ όταν εξαιτίας αυτού δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών, χωρίς όμως η καταχρηστικότητα να συναρτάται ρητά με την επιταγή της «καλής πίστης» κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 της Οδηγίας 93/13, δεν αντιτίθεται στην εν λόγω Οδηγία.
Στη μελέτη προσεγγίζεται η έννοια του «αθέμιτου ωφελήματος» όπως εμφανίζεται στη διοικητική δεοντολογία αλλά και στην ποινική νομοθεσία. Αναλύονται τα στοιχεία του «ωφελήματος» όσο και του «αθέμιτου» χαρακτήρα του. Παράλληλα αναπτύσσονται οι περιπτώσεις «θεμιτού» ωφελήματος λόγω υπηρεσιακής έγκρισης ή κοινωνικής προσφορότητας. Για την πρόληψη της μετακίνησης «αθέμιτων ωφελημάτων» προτείνεται, καταληκτικά, η διαμόρφωση σαφών κανόνων αποδοχής δώρων, η τυποποίηση διαδικασιών δήλωσής τους και η ενεργός συμβολή υποστηρικτικών θεσμών, όπως ο Σύμβουλος ακεραιότητας.