Αντικείμενο της παρούσας μελέτης αποτελεί η επισκόπηση των νομικών θέσεων που αναπτύχθηκαν, ύστερα από την εισαγωγή του ν. 4335/2015, περί του διαχρονικού δικαίου των προνομίων, υπό το φως και της συναφούς ερμηνευτικής διάταξης που περιέχεται στο άρθρο 43 του πρόσφατου ν. 4715/2020.
Ορθώς και αιτιολογημένως καταδικάσθηκε για απόπειρα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως με ενδεχόμενο δόλο και οπλοχρησία, με την συνδρομή των άρ. 44 παρ. 3 εδ. α΄ και 84 παρ. 2 στοιχ. δ΄ ΠΚ, ο κατηγορούμενος ο οποίος, αφού πυροβόλησε με πιστόλι και από μικρή απόσταση την παθούσα σε καίριο σημείο του σώματός της (στην αριστερή μηριαία βουβωνική χώρα), γνωρίζοντας ότι από την πράξη του ενδέχεται να προκληθούν θανατηφόρες σωματικές βλάβες σε αυτήν και μη απωθώντας από την συνείδησή του την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, εν συνεχεία αντελήφθη την εσφαλμένη συμπεριφορά του, μετανόησε για την πράξη του και ενήργησε καθετί ανθρωπίνως δυνατό για να αποτρέψει την επέλευση του θανάτου της, αφού πήρε στην αγκαλιά του την παθούσα, την τοποθέτησε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του και την μετέφερε γρήγορα σε νοσοκομείο, επιμένοντας να την δεχθούν, με αποτέλεσμα να εισαχθεί αμέσως και να λάβει την απαραίτητη ιατρική φροντίδα.
Υπό την ισχύ του Ν. 4335/2015, αν ορισμένη υπόθεση εισήχθη εσφαλμένως για εκδίκαση κατά την τακτική διαδικασία αντί της ορθής ειδικής διαδικασίας, είναι πλέον επιβεβλημένη η παραπομπή της προς εκδίκαση κατά την αρμόζουσα ειδική διαδικασία.
Άνευ απολύτου ακυρότητος συνεκτιμήθηκε κατά τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί καταδίκης του κατηγορουμένου για ληστεία κατά συρροή, κλοπή κατ’ εξακολούθησιν, παράνομη οπλοφορία κατ’ εξακολούθησιν και παράνομη είσοδο στην χώρα βιντεοληπτικό υλικό “καταγραφής καμερών”, τοποθετημένων από τον ιδιοκτήτη του καταστήματος σε σημείο τέτοιο, ώστε να καταγράφονται κινήσεις στις περιοχές εισόδου-εξόδου του καταστήματος, με αποκλειστικό σκοπό την προστασία των αγαθών της επιχείρησης, αφού αφενός μεν το υλικό δεν αφορά στην παρακολούθηση της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής, αφετέρου δε, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, η ανθρώπινη αξία στο πρόσωπο του απροστάτευτου θύματος αξιοποίνων πράξεων τυγχάνει υπέρτερο έννομο αγαθό άξιο προστασίας έναντι της προστασίας των προσωπικών δεδομένων του διαπράττοντος αξιόποινες πράξεις, και μάλιστα κακουργηματικής μορφής.
Η μελέτη πραγματεύεται το ζήτημα της επίδρασης της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης στις συμβάσεις εκχώρησης μελλοντικών απαιτήσεων που είχε συνάψει ο πτωχός πριν από την πτώχευση. Αρχικά εκτίθενται οι προϋποθέσεις έγκυρης προεκχώρησης μελλοντικής απαίτησης, ο χρόνος κατά τον οποίο θα πρέπει να συντρέχουν αυτές και η νομική κατάσταση που δημιουργείται με την εν λόγω εκχώρηση. Στη συνέχεια, αναπτύσσεται η έννοια της πτωχευτικής περιουσίας και οι προϋποθέσεις ένταξης ενός περιουσιακού στοιχείο σε αυτή και τονίζεται η διάκριση μεταξύ πτωχευτικής και μεταπτωχευτικής περιουσίας. Τέλος, εξετάζεται το νέο άρθρο 210 παρ. 1 του ν. 4738/2020, που αφορά ακριβώς το εν λόγω ζήτημα, και διατυπώνεται η άποψη πως δεν πρέπει να υιοθετηθεί ερμηνευτικά η θέση που αποτυπώνεται στην αιτιολογική έκθεση, διότι δημιουργεί υπέρμετρη αξιολογική αντινομία.
Στην παρούσα μελέτη επιχειρείται μια πρώτη παρουσίαση του κάθετου μοντέλου συνεργασίας σε διασυνοριακές υποθέσεις που εισάγει ο Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου της 12.10.2017 «σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας», σε αντιδιαστολή και σύγκριση με τον κύριο θεσμό οριζόντιας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστικών αρχών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της ποινικής απόδειξης, ήτοι την ευρωπαϊκή εντολή έρευνας, ενώ παράλληλα αναλύεται το καθεστώς συνεργασίας στην ποινική απόδειξη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αφενός μεν με τα κράτη μέλη της Ένωσης που δεν συμμετέχουν σε αυτήν, αφετέρου δε με τις τρίτες χώρες.
Ο κύριος δεν δικαιούται να ασκήσει αρνητική αγωγή αν ο “διαταράσσων” την κυριότητα ενεργεί δυνάμει δικαιώματος που πηγάζει από έννομη σχέση που δεσμεύει τον κύριο, όπως λ.χ. η δουλεία οδού ή η οιονεί νομή δουλείας οδού. Οιονεί νομέας θεωρείται όχι μόνο όποιος νέμεται ορισμένο πράγμα ως δικαιούχος πραγματικής δουλείας, αλλά και εκείνος που θεμελιώνει το δικαίωμα φυσικού εξουσιασμού σε ενοχική σχέση, όπως σε παραχώρηση ή άδεια του κυρίου-ενάγοντος ή της αρχής.