Σύμφωνα με τη γερμανική νομολογία ο πολίτης που ζητεί δικαστική προστασία κάνοντας χρήση μίας κρατικής έννομα ρυθμισμένης διαδικασίας δεν επεμβαίνει παράνομα στην προστατευόμενη σφαίρα του αντιδίκου του και συνεπώς δεν υπέχει ευθύνη προς αποζημίωση, εκτός αν ενεργεί με δόλο κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη. Στηριζόμενη στην ίδια παραδοχή μερίδα της ελληνικής θεωρίας υποστηρίζει ότι η αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται για κάποια ανύπαρκτη ουσιαστική αξίωση δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται ως άδικη, εωσότου προσβληθεί με ανακοπή και ακυρωθεί με αμετάκλητη διαπλαστική απόφαση. Η προκείμενη μελέτη επιχειρεί να καταδείξει ότι δεν υφίστανται συνταγματικής, δογματικής ή δικαιοπολιτικής φύσεως λόγοι, οι οποίοι να υπαγορεύουν την υιοθέτηση τούτης της άποψης.
Γίνεται δεκτή η υπό κρίσιν αίτηση και χαρακτηρίζεται ο αιτών ως “θύμα εμπορίας ανθρώπων”, καθόσον αυτός με βάση τα προσκομιζόμενα στοιχεία υπήρξε θύμα του εγκλήματος του άρ. 323Α ΠΚ που τελέστηκε στην Ελλάδα από το έτος 1990 έως και τουλάχιστον το έτος 1992.
Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση πρώτον, της έκτασης εφαρμογής των άρθρων 904 επ. ΑΚ στα «αποκτήματα» της ελεύθερης ένωσης και, δεύτερον, του ενδεχομένου θεμελίωσης της συναφούς αξίωσης των συντρόφων με την αξιοποίηση άλλων νομικών βάσεων από το οπλοστάσιο του δικαίου των συμβάσεων.
Η σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εκφράζει το αποτύπωμα μιας ιστορικής στιγμής. Μετά από μια μακρά διαδικασία αναζήτησης συμβιβασμών, θεσμοθετήθηκε τελικά ένα πολύπλοκο σύστημα «ευρωπαϊκής διερεύνησης, δίωξης και παραπομπής» προσώπων για εγκλήματα που στρέφονται σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Η συγκέντρωση κρίσιμων ποινικών εξουσιών στην αρμοδιότητα ενός ενωσιακού φορέα και η άσκηση αυτών μέσα από μια ιδιότυπη συμβίωση ενωσιακού και επιμέρους εθνικών (ουσιαστικών και δικονομικών) ποινικών δικαίων έθεσε και θέτει ως καίρια πρόκληση τη διασφάλιση πρόσφορων εγγυήσεων δικαστικής προστασίας. Με την παρούσα μελέτη επιχειρείται η προσέγγιση της οικείας προβληματικής και η ανάδειξη ορισμένων σοβαρών προβλημάτων της ελληνικής προσαρμογής.
Αρχή του αδιαιρέτου της υποθηκικής ευθύνης. Περισσότερα ακίνητα επί των οποίων έχει συσταθεί προσημείωση υποθήκης προς εξασφάλιση της ίδιας απαίτησης παραμένουν υπέγγυα μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή της. Εάν το ενυπόθηκο ακίνητο διαιρεθεί μεταγενέστερα σε περισσότερα αυτοτελή μέρη ή συσταθεί επ’ αυτού οριζόντια ιδιοκτησία, καθένα από τα μέρη ή κάθε οριζόντια ιδιοκτησία παραμένει υπέγγυο[-α] για ολόκληρη την ασφαλιζόμενη απαίτηση.
Κρίνεται ότι δεν επιτρέπεται στην επίμαχη δίκη για το αδίκημα της υπόθαλψης εγκληματία η χρήση απομαγνητοφωνήσεων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων που είχαν καταγραφεί κατόπιν άρσεως του απορρήτου των επικοινωνιών για την διακρίβωση της δράσης εγκληματικής οργάνωσης δραστηριοποιουμένης στην εισαγωγή, μεταφορά και διάθεση ναρκωτικών στην Λήμνο, καθόσον το εν λόγω έγκλημα δεν περιλαμβάνεται σε εκείνα για τα οποία επιτρέπεται η άρση κατ’ άρ. 4 παρ. 1 του Ν. 2225/1994, απαγορεύεται δε επί ποινή απολύτου ακυρότητος η αξιοποίηση του εν λόγω υλικού ως “ίχνους” κατ’ άρ. 5 παρ. 10 του ιδίου νόμου, αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις κατ’ εξαίρεσιν χρησιμοποίησής του.