Με την παρούσα συμβολή παρουσιάζονται τα βασικά χαρακτηριστικά των θεσμών της έκτισης της ποινής στην κατοικία, της υπό όρο απόλυσης και της αναβολής ή διακοπής εκτέλεσης της ποινής από καταδικασθέντες με αναπηρία, επιχειρείται μια ερμηνεία των οικείων διατάξεων και συζητούνται ορισμένες προβληματικές που έχουν απασχολήσει τη θεωρία και τη νομολογία. Επιπλέον, οριοθετείται το πεδίο εφαρμογής κάθε θεσμού, ώστε να καταστεί ευκρινές πώς επιλύονται προβλήματα που αναφύονται στα σημεία αλληλοεπικάλυψης.
Αρχή της ισοτιμίας των μελών έναντι του σωματείου. Όλα τα μέλη του σωματείου έχουν κατ’ αρχήν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις. Με ομόφωνη απόφαση της γενικής συνέλευσης ή βάσει διάταξης του καταστατικού, αρχικού ή τροποποιηθέντος, είναι δυνατόν να απονέμονται ή να αφαιρούνται δικαιώματα από ορισμένα μέλη του σωματείου ή αντίστοιχα να επιβάλλονται ή να καταργούνται υποχρεώσεις τους.
Με αφορμή την υπ’ αριθμ. 2/2021 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, στην μελέτη υποδεικνύεται η σύμφωνη προς το δικαίωμα σιωπής και μη αυτεπιβάρυνσης και προς τις θεμελιώδεις αρχές της αμεσότητας και προφορικότητας ερμηνεία του άρθρου 365 παρ. 2 ΚΠΔ.
Αντικείμενο της μελέτης είναι η ερμηνευτική προσέγγιση της νεοεισαχθείσας ρύθμισης του άρθρου 35 του ν. 4786/2021, σύμφωνα με την οποία οι ανήλικοι κληρονόμοι δικαιούνται, εντός προθεσμίας ενός έτους από την ενηλικίωσή τους, να αποποιηθούν την κληρονομία. Σχολιάζεται κριτικά η νομοθετική επιλογή, να τροποποιηθούν οι διατάξεις του ΑΚ με “ερμηνευτική” διάταξη σε αυτοτελές νομοθέτημα, και οριοθετείται το πεδίο εφαρμογής της διάταξης. Στην συνέχεια, εξετάζεται το καθεστώς της (σχολάζουσας) κληρονομίας μέχρι την πάροδο της ενιαύσιας προθεσμίας από την ενηλικίωση του κληρονόμου και η διαμόρφωση της κατάστασης μετά την προθεσμία αυτή, αναλόγως του εάν ο κληρονόμος εν τέλει αποδεχθεί ή αποποιηθεί.
Εφόσον διαπιστώνεται από δικαστική αρχή η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της αρχής “ne bis in idem”, απαγορεύεται η εκτέλεση ερυθράς αγγελίας της Interpol σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Σε συμβάσεις με το Δημόσιο, όπως για παράδειγμα σε συμβάσεις μίσθωσης, και προς διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, προβλέπονται συχνά ρήτρες, σύμφωνα με τις οποίες ο αντισυμβαλλόμενος του Δημοσίου «με τη λήξη της συμβατικής σχέσης (μίσθωσης) υποχρεούται να παραδώσει το μίσθιο στην κατάσταση στην οποία θα περιέλθει και θα διατηρείται ύστερα και από την εκτέλεση των όποιων έργων του είχαν ανατεθεί, διαφορετικά ευθύνεται σε αποζημίωση· αντιθέτως ουδέν δικαίωμα αποζημίωσης από οποιαδήποτε αιτία ακόμη και από αδικαιολόγητο πλουτισμό έχει ο μισθωτής». Το κύρος τέτοιου είδους ρητρών θα πρέπει να ελεγχθεί τόσο υπό το πρίσμα του επιτρεπτού της εκ των προτέρων παραίτησης από αξιώσεις όσο και από την άποψη της συμβατότητάς τους με τις γενικές ρήτρες των άρθρων 174 και 178, 179 και 281 ΑΚ. Τα ζητήματα αυτά εξετάζει η παρούσα μελέτη.