Απορρίπτεται η προσφυγή του υπαλλήλου Ανεξάρτητης Διοικητικής Αρχής και θύματος της συκοφαντικής δυσφήμισης, ο οποίος εγκαλεί τον υπάλληλο-υπεύθυνο κλιμακίου επιτόπιου ελέγχου καζίνο της ίδιας Αρχής, για την “ματαίωση της δίωξης” της εις βάρος του συκοφαντικής δυσφήμισης, τελεσθείσα με την παράλειψη του εγκαλουμένου να δηλώσει τα ονόματα-στοιχεία των φερομένων ως δραστών, παρά την εξώδικη πρόσκλησή του, επειδή ο εγκαλούμενος δεν φαίνεται να γνώριζε την τέλεση της αξιοποίνου πράξεως ή τα ονόματα των φερομένων ως δραστών
Εφόσον η αξίωση προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας έχει παραγραφεί, ο παθών μπορεί να στραφεί κατά του αδικοπραγήσαντος ζητώντας με βάση το άρθρο 938 ΑΚ την απόδοση κάθε ωφέλειας που ο τελευταίος αποκόμισε από την αδικοπραξία (περιελθόν). Ο εναγόμενος σε απόδοση της περιελθούσας ωφέλειας δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του παθόντος-δότη του πλουτισμού την ένσταση του άρθρου 300 ΑΚ.
Η μελέτη φωτίζει τη σχέση μεταξύ των διατάξεων του άρθρ. 8 του Ν. 1652/1986 για την ξενοδοχειακή σύμβαση και των διατάξεων του κοινού μισθωτικού δικαίου. Επίσης, αναλύει το νομικό πλαίσιο που διέπει τους όρους και τις συνέπειες της καταγγελίας της ξενοδοχειακής σύμβασης εγγυημένης κράτησης για σπουδαίο λόγο, καθώς και την αντιμετώπιση της ελαττωματικότητας των ξενοδοχειακών υπηρεσιών υπό το ισχύον δίκαιο.
Ο ν. 3301/2004 εισάγει εξαίρεση στην απαγόρευση της lex commissoria που αποτυπώνεται στο άρθρο 1239 εδ. 1 ΑΚ. Το άρθρο 4 του νόμου προβλέπει επιπλέον ότι η κτήση της χρηματοοικονομικής ασφάλειας από τον ασφαλειολήπτη είναι δυνατή μόνον εφόσον οι συμβαλλόμενοι έχουν συμφωνήσει για τον τρόπο αποτίμησης των χρηματοπιστωτικών μέσων ή των απαιτήσεων. Σε περίπτωση απουσίας συμφωνίας για τον τρόπο αποτίμησης, ο καταπιστευτέος όρος ως όρος μεν της σύμβασης εμπράγματης χρηματοοικονομικής ασφάλειας θα είναι άκυρος, ως σύμβαση δε ενοχική ή/και εμπράγματη μεταβίβασης της χρηματοοικονομικής ασφάλειας θα είναι ανυπόστατη ή άκυρη αντιστοίχως. Αν η συμφωνία για τον τρόπο αποτίμησης είναι ελλιπής, θα εφαρμοσθούν (κατά περίπτωση) οι κανόνες του Αστικού Κώδικα που αφορούν στην ύπαρξη συμφωνίας (άρθρα 195 και 196 ΑΚ) και το αντικείμενο της παροχής (άρθρα 371-373, 379 ΑΚ).
Η σχέση του υπαιτίου προς το πράγμα αποτελεί συστατικό στοιχείο του εγκλήματος της υπεξαίρεσης. Εφόσον η υπεξαίρεση στοιχειοθετείται μόνον ως προς αποδεικτικώς βεβαιούμενο, ήδη παρανόμως κτηθέν, ξένο κινητό πράγμα, αποκλείεται η θεμελίωσή της ως προς σκοπούμενη από τον δράστη μελλοντική παράνομη κτήση τέτοιου αντικειμένου. Εσφαλμένη ερμηνεία του άρ. 98 παρ. 2 ΠΚ. Μη ορθή παραπομπή εντολοδόχου για κακουργηματική υπεξαίρεση κατ’ εξακολούθησιν στο πλαίσιο σύμβασης εργασίας και παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής άρ. 375 παρ. 1-2 και 98 παρ. 2 ΠΚ
Αναιρείται λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρ. 98 του Ν. 4623/2019 περί αναστολής των διατάξεων παροχής κοινωφελούς εργασίας η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση της καταδικασθείσης σε φυλάκιση για μετατροπή του υπολοίπου της επιβληθείσης ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας κατ’ άρ. 105Α ΠΚ, η δε αίτηση δεν θα μπορούσε να εκτιμηθεί ούτε ως αίτηση μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική κατ’ άρ. 82 πΠΚ, αφού με την καταδικαστική απόφαση είχε εξαντληθεί η δικαιοδοσία του δικαστηρίου, απορρίπτοντας με ειδική αιτιολογία τα σχετικά αιτήματα.