Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης, διότι ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε την σχετική εξουσιοδότηση, αφού ο διορισμός συνηγόρου έγινε από τον Εισαγγελέα Εφετών, ο τελευταίος όμως εξουσιοδοτείται κατά νόμον να ενεργεί, εφόσον ζητείται ο σχετικός διορισμός συνηγόρου στους αιτούντες νομική βοήθεια κατηγορουμένους, μόνο στις περιπτώσεις της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Η γνωμοδότηση επιχειρεί να επιλύσει το ερμηνευτικό πρόβλημα των χρονικών ορίων της δικαστικής παραχώρησης της χρήσης της οικογενειακής στέγης. Υποστηρίζεται ότι το δικαστήριο δεν δικαιούται να παραχωρήσει τη χρήση στον ένα σύζυγο για χρονικό διάστημα πέραν εκείνου της αμετάκλητης λύσης του γάμου με διαζύγιο· διαφορετικά θα παραβιάζει την διάταξη του άρθρου 1393 ΑΚ και η απόφασή του θα τυγχάνει αναιρετέα.
Κηρύσσεται απαράδεκτη η ποινική δίωξη του κατηγορουμένου, καθηγητή και πρώην πρύτανη του Α.Π.Θ., για διασπορά ψευδών ειδήσεων, πράξη συνιστάμενη σε ανάρτηση δημοσίευσης σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης με περιεχόμενο που θέτει υπό αμφισβήτησιν την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων του δημόσιου συστήματος ελέγχου νόσησης από κορωνοϊό, λόγω (οιονεί) δεδικασμένου, αφού στο κατηγορητήριο δεν αναφέρονται νεότερα ουσιώδη ή άγνωστα πραγματικά περιστατικά.
Σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία και διαδεδομένη στη θεωρία άποψη, η προβλεπόμενη στην ΑΚ 1471 § 1 στοιχ. 2 «συγκατάθεση» του τεκμαιρόμενου πατέρα, η οποία αποκλείει την προσβολή της πατρότητας, δεν ταυτίζεται με τη συναίνεση στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή της ΑΚ 1456. Στην παρούσα γνωμοδότηση η ως άνω άποψη αντικρούεται, με σειρά επιχειρημάτων αντλούμενων από τη νομοθετική ρύθμιση και τη συνολική σύλληψη της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής στο ελληνικό δίκαιο μετά τον Ν. 3089/2002.
Η μη συναινετική αφαίρεση ή μη σκόπιμη καταστροφή του προφυλακτικού κατά την διάρκεια της ερωτικής πράξης από έναν εκ των συμμετεχόντων σε αυτήν, ενώ έχει χορηγηθεί συναίνεση αποκλειστικώς για συνεύρεση με προφυλακτικό (“stealthing” ή “stealth-breeding”), δεν εμπίπτει στην διάταξη του άρ. 336 παρ. 4 νΠΚ περί βιασμού.
Ο όρος σύμβασης ισοβίας προσόδου με βάση τον οποίο η οφειλόμενη παροχή εξαρτάται από την εκάστοτε οικονομική κατάσταση του υποχρέου σε καταβολή της προσόδου είναι έγκυρος. Για τον προσδιορισμό της καταβλητέας προσόδου στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Στην μελέτη αναλύονται ζητήματα που ανακύπτουν σε σχέση με τον θεσμό της υφ’ όρον απόλυσης μετά την θέση σε ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα και την πρόσφατη μεταρρύθμισή του με τον Ν. 4855/2021. Μέσα από την αδρομερή σκιαγράφηση ετερόκλιτων αλλοδαπών ρυθμίσεων επιχειρείται, τέλος, η ανάδειξη κάποιων de lege ferenda ουσιαστικών κριτηρίων, η εισαγωγή των οποίων θα σηματοδοτούσε την κρίσιμη για την επιβίωση του θεσμού επιστροφή στην διαχείριση ποινικών κινδύνων με προγνωστικές αποφάσεις από την δικαστική εξουσία.
Στο πρώτο μέρος της παρούσας μελέτης εξετάζεται κατά πόσο η αξίωση του άρθρου 1400 ΑΚ συνιστά έννομη σχέση δεκτική συμβιβασμού, καθώς και η συνδρομή του στοιχείου των αμοιβαίων υποχωρήσεων των μερών ως προϋπόθεσης για την κατάρτιση της σύμβασης συμβιβασμού κατά την AK 871. Στο δεύτερο μέρος της μελέτης επιχειρείται η (κριτική) παρουσίαση των επιχειρημάτων της ΜΕφΘεσ 745/2021 αναφορικά με τη νομική φύση της επίδικης αναγνώρισης χρέους ως αφηρημένης, κατά την έννοια των άρθρων 873-875 ΑΚ.