H ρύθμιση του άρθρ. 3 § 3 του ν. 4491/2017 εκφράζει την απόφαση του νομοθέτη να προσφέρει συνολική προστασία στην αρχή του ετερόφυλου γάμου, αποκλείοντας και τον γάμο ο οποίος, ενώ αρχικά θα αφορούσε ζεύγος άνδρα και γυναίκας, μετά τη διόρθωση φύλου είτε του άνδρα είτε της γυναίκας, θα μεταβαλόταν πάλι σε γάμο προσώπων του ίδιου φύλου. Από την άλλη πλευρά, στην περίπτωση που τα μέρη εκδηλώνουν την επιθυμία για τη συνέχιση της έγγαμης σχέσης τους, αντιμετωπίζουν το δίλημμα να επιλέξουν κάτι από τα δύο, δηλαδή είτε τη διόρθωση φύλου με τίμημα τον γάμο τους, είτε τον γάμο τους με τίμημα τη διόρθωση φύλου. Το ερώτημα της μελέτης επικεντρώνεται στο αν οι απώλειες αυτές μπορεί να δικαιολογηθούν με βάση το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, ή, μήπως, αντίθετα, το άρθρ. 3 § 3 του ν. 4491/2017 δεν περνά με επιτυχία τον υπερνομοθετικό έλεγχο.
Η παρούσα μελέτη αναδεικνύει λεπτομερώς τις επιμέρους διαφοροποιήσεις του νέου νομοθετικού πλαισίου σε σχέση με τις αντίστοιχες διατάξεις του προϊσχύσαντος και επισημαίνει ορισμένα ζητήματα δογματικής φύσεως, τα οποία αναφύονται σε σχέση με τις νέες μεταρρυθμίσεις. Ιδιαίτερη έμφαση, μάλιστα, δίδεται στις τελευταίες τροποποιήσεις των οικείων διατάξεων, τις οποίες επέφερε ο ν. 4855/2021 και οι οποίες, ενόψει της αυξημένης συχνότητας εμφάνισης μορφών βαρείας εγκληματικότητας, παρουσιάζουν σε ορισμένα σημεία μια τάση αυστηροποίησης κατά το περιεχόμενό τους.
Απόρριψη της έγκλησης κατά παράβαση του άρ. 59 παρ. 2 ΚΠΔ. Απόλυτη ακυρότητα. Ζητήματα παροχής νομικής βοήθειας. Μη στοιχειοθέτηση ψευδούς βεβαίωσης και παράβασης καθήκοντος από αστυνομικό που προβαίνει στην δέσμευση του δράστη με σκοπό την προσαγωγή του και συνυπογράφει εσφαλμένως την έκθεση σύλληψης ως «συλλαβών»
Σύμβαση εργολαβίας δίκης τελούσα υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχούς αμετάκλητης περάτωσης της δίκης για τον εντολέα. Σε περίπτωση αδικαιολόγητης ανάκλησης της εντολής από τον πελάτη-εντολέα, χρόνος υπολογισμού της οφειλόμενης αμοιβής του δικηγόρου είναι ο χρόνος της ανάκλησης, υπό την προϋπόθεση ότι, αν δεν μεσολαβούσε η λύση της σύμβασης εντολής, ο δικηγόρος θα ολοκλήρωνε επιτυχώς τη δίκη με κατάληξη την έκδοση ευνοϊκής για τον εντολέα του αμετάκλητης απόφασης.
Στη μελέτη επιχειρείται η επίλυση των ερμηνευτικών προβλημάτων που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή των ΑΚ 1287 και 1288, ιδίως εκείνων του εύρους των εξουσιών του ενυπόθηκου δανειστή επί της οφειλόμενης από τον ασφαλιστή ή την δημόσια αρχή αποζημίωσης και της σχέσης ενυπόθηκου δανειστή – υποθηκικού οφειλέτη μετά την πραγμάτωση του ασφαλιστικού κινδύνου. Παράλληλα, μέσω της συνεκτικής ένταξης των ως άνω διατάξεων στο υποσύστημα περί υποθηκικής ευθύνης φωτίζεται καλύτερα η πεμπτουσία των εμπράγματων δικαιωμάτων αξίας.
Κρίσιμο κριτήριο αποτελεί να έχουν προαχθεί στον βαθμό που κατέχουν (Δικαστικό Συμβούλιο) ή να έχουν αποκτήσει την ιδιότητα του μέλους του Αρείου Πάγου, του Συμβουλίου της Επικρατείας και της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (Ειδικό Δικαστήριο) πριν από την υποβολή προτάσεως για άσκηση δίωξης. Ενδεχομένη περαιτέρω προαγωγή κληρωθέντος, γενομένη μετά την κλήρωση, δεν θεμελιώνει de lege lata κώλυμα, θα έπρεπε όμως να συνιστά, de lege ferenda, οψιγενές κώλυμα.