Απολύτως επίκαιρο και με πολύ μεγάλο πρακτικό ενδιαφέρον, είναι το ζήτημα της εξαιρετικής νομιμοποίησης των Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ) στο πλαίσιο τιτλοποιήσεων του ν. 3156/2003 και του ν. 4649/2019. Το πρόβλημα ανακύπτει επειδή, σε αντίθεση προς τον ν. 4354/2015, ο ν. 3156/2003 δεν περιέχει αντίστοιχες για τη δικονομική υπόσταση των Διαχειριστών διατάξεις. Στη γνωμοδότηση υποστηρίζεται ότι από την τελολογική ερμηνεία του ν. 3156/2003 σαφώς συνάγεται ότι ο ίδιος ο νομοθέτης παρέχει στις εταιρείες διαχείρισης έρεισμα, ώστε (κατ’ εξαίρεση) να νομιμοποιούνται αυτές στις δίκες ως μη δικαιούχοι διάδικοι.
Παύει οριστικώς η ποινική δίωξη εις βάρος του κατηγορουμένου Υποπτεράρχου για το αδίκημα της εξ αμελείας σωματικής βλάβης κατά την οδήγηση υπηρεσιακού οχήματος με παθόντα ιδιώτη, κατόπιν σχετικής υποβληθείσας δήλωσης (κατ' αναλ. 314 παρ. 2 σε συνδ. με 115 παρ. 4 ΠΚ) από την σύζυγο του παθόντος, ο οποίος έχει ήδη αποβιώσει από άλλη αιτία.
Στην εποχή του λεγόμενου «ρυθμιστικού δικαίου», την οποία διανύουμε, η ζεύξη ανάμεσα στην παρέμβαση του νομοθέτη και το ιδιωτικό δίκαιο είναι συνεχής. Αυτό το γεγονός αναζωπύρωσε διεθνώς την διαρκή συζήτηση για την σχέση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου δικαίου, αλλά και για την σημασία διατήρησης της εν λόγω κλασσικής διχοτόμησης. Η παρούσα μελέτη μέσα από μια κριτική προσέγγιση της σχετικής συζήτησης καταλήγει στο -προσωρινό πάντως συμπέρασμα- πως η διαπίστωση της παραδοξότητας της επονομαζόμενης κλασσικής θεώρησης της διάκρισης μεταξύ ιδιωτικού και του δημόσιου δικαίου δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην κρίση ότι η ως άνω παραδεδομένη διχοτόμηση καθίσταται περιττή.
Απορρίπτεται η έγκληση σε βάρος γραμματέα δικαστηρίου για παράβαση καθήκοντος συνιστάμενη στην άρνηση της αυθημερόν εξυπηρέτησης δικηγόρου παρά την σχετική εντολή προέδρου για χορήγηση αντιγράφων από φάκελο δικογραφίας, ελλείψει ενδείξεων για την κίνηση ποινικής διώξεως, και συγκεκριμένα λόγω μη επαρκούς θεμελίωσης της παράβασης συγκεκριμένου υπηρεσιακού καθήκοντος και του σκοπού βλάβης τρίτου.
Η εταιρεία διαχείρισης των τιτλοποιημένων απαιτήσεων κατά τον Ν. 3156/2003 δεν διαθέτει βάσει του ως άνω νόμου εξαιρετική νομιμοποίηση ως μη δικαιούχος διάδικος. Συνεπώς, δεν δύναται να ασκεί ένδικα βοηθήματα στο όνομα της αποκτώσας τις τιτλοποιημένες απαιτήσεις εταιρείας, ούτε δύναται να νομιμοποιηθεί προς τούτο δυνάμει της μεταξύ τους σύμβασης διαχείρισης.
Αναιρείται η απόφαση με την οποία έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων για τις τελεσθείσες κατ’ εξακολούθησιν και κατά συναυτουργία εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου κακουργηματικές πράξεις: α) της νόθευσης εγγράφου από υπάλληλο, β) της απάτης, γ) της ψευδούς βεβαίωσης και δ) της ηθικής αυτουργίας κατ’ εξακολούθησιν και κατά συρροή στις ανωτέρω πράξεις, διότι, για την εύρεση της ευμενέστερης διάταξης εσφαλμένως έγινε αντιπαραβολή μόνο των διατάξεων των άρ. 386 παρ. 3 εδ. β΄ και 1 και 242 παρ. 3, 1, 2 πΠΚ με αυτές των άρ. 386 παρ. 1 εδ. β΄ και 242 παρ. 3, 1, 2 νΠΚ, αντιστοίχως, με βάση τις οποίες, κατ’ άρ. 111 παρ. 2 περ. β΄ πΠΚ, όλα τα προβλεπόμενα από αυτές κακουργήματα υπόκεινται σε δεκαπενταετή παραγραφή, με αποτέλεσμα να τίθενται εκτός πεδίου σύγκρισης οι διατάξεις των άρ. 111 παρ. 2 περ. α΄ πΠΚ και 1 παρ. 1 περ. β΄ του Ν. 1608/1950.
Σύμφωνα με πάγια ερμηνευτική αντίληψη, προϋπόθεση της υποκαταστάσεως τρίτου δανειστή σε θέση επισπεύδοντος αποτελεί η ύπαρξη τυπικά έγκυρης κατασχέσεως. Γίνεται έτσι γενικά δεκτό ότι δεν χωρεί δήλωση υποκαταστάσεως, εφόσον έχει προηγηθεί ακύρωση της αναγκαστικής κατασχέσεως ή παραίτηση του κατασχόντος από αυτήν. Αμφισβητούμενο παραμένει ωστόσο το ζήτημα αν είναι δυνατή η συνέχιση της εκτελεστικής διαδικασίας, όταν η ακύρωση ή η παραίτηση από την κατάσχεση έπεται χρονικά της υποκαταστάσεως. Στην μελέτη παρουσιάζονται συνοπτικά οι κυριότερες απόψεις που έχουν υποστηριχθεί επί του θέματος και προτείνεται μια νέα δογματική κατασκευή, η οποία στηρίζεται στη θεώρηση της αναγκαστικής εκτελέσεως ως έννομης σχέσης.