Κηρύσσονται ένοχοι για χρήση πλαστών εγγράφων και απάτη από κοινού κατά συρροή, καθώς και για παράβαση της νομοθεσίας περί εμπορικών σημάτων (άρ. 156 παρ. 1 στ. α΄ σε συνδ. με άρ. 125 παρ. 3 Ν. 4072/2012) και πνευματικής ιδιοκτησίας (άρ. 66 παρ. 1 Ν. 2121/1993) οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι εν γνώσει τους και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση των πελατών διέθεσαν μη γνήσια προϊόντα σε κατάστημα παιχνιδιών, έθεσαν δε σε κυκλοφορία το πνευματικό έργο και τις ετικέτες των διεθνώς αναγνωρισμένων και κατοχυρωμένων σημάτων των επώνυμων εταιρειών χωρίς την συναίνεση των τελευταίων.
Η εκχώρηση των τιτλοποιούμενων (με βάση τον Ν. 3156/2003) απαιτήσεων επέρχεται με την καταχώριση της συμφωνίας μεταβίβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000. Η εταιρεία διαχείρισης των εν λόγω απαιτήσεων δεν έχει την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, όπως η εταιρεία διαχείρισης του Ν. 4354/2015. Επιτρέπεται η αναμεταβίβαση στην εκχωρήτρια εταιρεία των απαιτήσεων που αυτή μεταβίβασε για σκοπούς τιτλοποίησης, αρκεί η εν λόγω αναμεταβίβαση να καταχωρισθεί στο δημόσιο βιβλίο του Ν. 2844/2000.
Κηρύσσονται αθώοι οι κατηγορούμενοι για το αδίκημα της απιστίας, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι οι ενέργειές τους παραβίασαν τις αρχές της πιστοδοτικής πολιτικής, τις εγκυκλίους της ΤτΕ, τις εσωτερικές εγκυκλίους, ούτε ότι επέφεραν στην περιουσία της τράπεζας βέβαιη ζημία. Αθώος κηρύσσεται και ο κατηγορούμενος (μέλος του ομίλου) για ηθική αυτουργία σε απιστία, εφόσον η σχέση του με τους λοιπούς κατηγορουμένους εξαντλούνταν στην συνήθη κατά την τραπεζική πρακτική και δεν βασιζόταν σε σχέση γνωριμίας και εξάρτησης.
Στην παρούσα μελέτη θίγεται το ζήτημα της ποινικής προστασίας των φύσει και θέσει αδυνάμων από πράξεις εξαναγκασμού προς διαμόρφωση βούλησης, όπως αυτές τυποποιούνται στον Ποινικό Κώδικα. Η μελέτη δομείται σε δύο άξονες: επιχειρεί να προσδιορίσει, αφενός μεν την πράξη εξαναγκασμού, δεδομένου ότι ο νόμος δεν εκφράζεται ως προς αυτήν ομοιόμορφα στο σύνολο των σχετικών κυρωτικών διατάξεων, αφετέρου δε την έννοια του αδύναμου ατόμου, στην οποία ο νομοθέτης δεν περιλαμβάνει πάντοτε τα ίδια πρόσωπα, ενώ ορισμένες φορές αρκείται γενικά στην απαίτηση διαπίστωσης αδυναμίας αυτοϋπεράσπισης.
Οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) διαθέτουν εξαιρετική νομιμοποίηση ως μη δικαιούχοι διάδικοι, ακόμα και όταν έχουν αναλάβει την διαχείριση των εκχωρούμενων απαιτήσεων στο πλαίσιο εφαρμογής (όχι του Ν. 4354/2015 αλλά) του Ν. 3156/2003.
Κρίνονται ένοχοι οι κατηγορούμενοι σύζυγοι για το αδίκημα της καταδολίεσης δανειστών με αντικείμενο ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, καθώς και η κατηγορουμένη κόρη τους για άμεση συνέργεια στην εν λόγω πράξη, συνιστάμενη στην απαλλοτρίωση, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, του μοναδικού περιουσιακού τους στοιχείου με επαρκή αξία για την κάλυψη της απαίτησης, και συγκεκριμένα στην μεταβίβαση με δωρεά της ψιλής κυριότητας ενός διαμερίσματος στην ανήλικη εγγονή τους και της επικαρπίας του ίδιου διαμερίσματος με γονική παροχή στην κατηγορουμένη κόρη τους. Απορρίπτεται ο ισχυρισμός περί προτέρου συννόμου βίου, για την απόρριψη του οποίου δεν απαιτείται η διαπίστωση αμετάκλητης καταδίκης.
Η νομοθετική παρέμβαση στην αυτόνομη συμβατική ρύθμιση (π.χ. υπό την μορφή μιας προσωρινής αναπροσαρμογής ή αναστολής συγκεκριμένων συμβατικών υποχρεώσεων) είναι συνταγματικά ανεκτή σε περιόδους γενικευμένης αποσταθεροποίησης, όπως η περίοδος έξαρσης της πανδημίας Covid-19.
Γίνεται δεκτή η αίτηση του εκζητουμένου, υπηκόου Αιγύπτου, και αντικαθίσταται η προσωρινή κράτησή του με τον περιοριστικό όρο της εγγυοδοσίας, διότι μεταξύ άλλων προκύπτει ότι ο αιτών, ήτοι ο εκζητούμενος από τις δικαστικές αρχές του Κατάρ με σκοπό της έκτιση της επιβληθείσας σε αυτόν ποινής, έχει προσέλθει στην Ελλάδα για επαγγελματικούς λόγους, δεν είναι “προσεσημασμένος” και φιλοξενείται σε κατοικία φίλου του γνωστή στις αρχές.