Ένσταση διζήσεως του εγγυητή. Τα κατατεθέντα σε τραπεζικό λογαριασμό χρήματα δεν αποτελούν κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη κατά την έννοια του άρθρου 856 ΑΚ, ώστε να πρέπει να επιχειρηθεί η κατάσχεσή τους από τον δανειστή, προτού αυτός στραφεί κατά του εγγυητή. Αντικείμενο κατάσχεσης εν προκειμένω μπορεί να αποτελέσει μόνο η απαίτηση απόδοσης της κατάθεσης στον δικαιούχο.
Νόμιμη η διατήρηση προσωπικών δεδομένων (φωτογραφιών, δακτυλικών αποτυπωμάτων, αποτυπωμάτων χειρός) προσώπου ύποπτου για μελλοντική τέλεση αδικημάτων και μετά την παύση της ποινικής διαδικασίας, στο πλαίσιο της οποίας διατάχθηκε η λήψη των δεδομένων. Η δε διατήρηση των δεδομένων συνιστά μέτρο «αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία» κατ’ άρ. 8 παρ. 2 ΕΣΔΑ.
Αντικείμενο της μελέτης αποτελεί η ερμηνευτική ανάλυση των ρυθμίσεων του Ν. 4672/2020, ο οποίος ενσωματώνει στην εθνική νομοθεσία την Οδηγία 2017/1564 για τα άτομα με ειδικές ανάγκες (τυφλοί, αμβλύωπες, κ.λπ.). Γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, στο θεσμικό πλαίσιο του εισάγεται, στα επωφελούμενα από τις νέες ρυθμίσεις πρόσωπα, στις επιτρεπόμενες πράξεις, καθώς και στα δικαιώματα τα οποία περιορίζονται.
Εφόσον είναι επιτρεπτή υπό προϋποθέσεις η χρήση παρανόμου αποδεικτικού μέσου στην ποινική δίκη, κατά μείζονα λόγο ευχερώς συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή υπό τις ίδιες προϋποθέσεις η χρήση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου και στην πειθαρχική διαδικασία, εφόσον αυτή συνάδει με την φύση και το σκοπό της πειθαρχικής διαδικασίας.
Δεν νοείται ψιλή κυριότητα επί πράγματος, χωρίς ταυτόχρονα να υφίσταται επ’ αυτού και δικαίωμα επικαρπίας προσώπου διαφορετικού από τον κύριο. Στην περίπτωση σύστασης επικαρπίας σε ακίνητο με παρακράτησή της από τον τέως πλήρη κύριο, καταρτίζονται δύο δικαιοπραξίες, δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας στον αποκτώντα και η σύσταση από τον αποκτώντα επικαρπίας υπέρ του μεταβιβάσαντος, οι οποίες πρέπει να σημειωθούν αυτοτελώς στο βιβλίο μεταγραφών και να καταχωρισθούν διακριτώς στο ευρετήριο μερίδων καθενός.
Στη μελέτη εξετάζονται οι ρυθμίσεις του νέου ΚΠΔ για το αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης. Προτάσσεται η συστηματική ένταξή της στο δίκαιο της απόδειξης, ακολουθεί ειδική αναφορά στις κεντρικές αξιακές προϋποθέσεις του ΕΔΔΑ για την ποινική απόδειξη και στη συνέχεια αναλύονται τα ειδικώς ζητούμενα σχετικά με την πραγματογνωμοσύνη. Εν κατακλείδι διατυπώνονται ορισμένες σκέψεις για τον αναιρετικό έλεγχο του πορίσματος της πραγματογνωμοσύνης και παρουσιάζονται οι περιπτώσεις σχετικής και απόλυτης ακυρότητας της τελευταίας.
Ένα θέμα που κατά καιρούς έρχεται στην επικαιρότητα και γίνεται αντικείμενο συζητήσεων μεταξύ των νομικών, αλλά και άλλων, είναι αν οι δικαστικοί λειτουργοί οφείλουν κατά την επιτέλεση του έργου τους να επηρεάζονται ή να λαμβάνουν υπόψη τους και την «κοινή γνώμη» ή το «λαϊκό περί δικαίου αίσθημα». Με το ζήτημα αυτό ασχολείται η παρούσα μελέτη.