Κηρύσσεται αθώα η πρώτη κατηγορούμενη, δικαστική επιμελήτρια, για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδούς κατάθεσης και της συκοφαντικής-απλής δυσφήμησης εις βάρος πρώην συνεταίρων της μέσω υποβολής μηνύσεως κατά των τελευταίων και καταγγελίας πειθαρχικών παραβάσεών τους στον Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών κατά την αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος της λόγω έλλειψης δόλου για τα εγκλήματα αυτά. Κηρύσσεται αθώος και ο δεύτερος κατηγορούμενος για ηθική αυτουργία στις πράξεις αυτές, αφού δεν αποδείχθηκε η πρόκληση απόφασης στην πρώτη κατηγορουμένη ούτε η ύπαρξη δόλου.
Στην μελέτη αναλύονται, μεταξύ άλλων, οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 4 του ν. 3301/2004, δυνάμει του οποίου έχει καθιερωθεί το επιτρεπτόν της συμφωνίας για κτήση από τον ασφαλειολήπτη του αντικειμένου της χρηματοοικονομικής ασφάλειας ως μέσου ικανοποιήσεώς του, κατά παρέκκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 1239 ΑΚ.
Διατάσσεται η προσωρινή παύση της ποινικής δίωξης για το αδίκημα της οδήγησης μοτοσυκλέτας χωρίς την κατάλληλη άδεια οδήγησης (άρ. 94 παρ. 4 του Ν. 2696/1999), αφού πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρ. 48 ΚΠΔ, υπό τον όρο να προσκομίσει ο κατηγορούμενος στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιώς την κατάλληλη άδεια οδήγησης μέσα σε χρονικό διάστημα έξι μηνών.
Σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημίωσης μέχρι το ποσό της υποθήκης (και συνακόλουθα μόνος νομιμοποιούμενος να ασκήσει αγωγή κατά του ασφαλιστή για καταβολή της αποζημίωσης μέχρι το εν λόγω ποσό) είναι ο ενυπόθηκος δανειστής. Τα παραπάνω ισχύουν mutatis mutandis και για τον προσημειούχο δανειστή.
Αθωώνεται κατά πλειοψηφίαν ο κατηγορούμενος για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθησιν, αφού η πράξη έχει καταστεί ανέγκλητη, το δε συνολικό ποσό των υπολοίπων χρεών του πίνακα δεν υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ. Κατά την γνώμη της μειοψηφίας ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη, εφόσον στον πίνακα υπάρχουν καταχωρισμένα χρέη από φορολογικές παραβάσεις τυποποιούμενες ως ποινικά αδικήματα στο άρ. 66 ΚΦΔ τα οποία όμως δεν υπερβαίνουν ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος το οριζόμενο από το άρ. 66 παρ. 3 και 4 του ΚΦΔ ποσό και επομένως δεν συνιστούν αυτοτελή αδικήματα κατ’ άρ. 66 ΚΦΔ, με αποτέλεσμα τα χρέη αυτά να υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ποινικής ευθύνης του προσώπου του κατηγορουμένου κατά το άρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990.
Το εργατικό δίκαιο συνιστά έναν ιδιότυπο κλάδο δικαίου –στη μεθόριο μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου– στη διαμόρφωση του οποίου η συμβολή της νομολογίας υπήρξε καταλυτική. Ακριβώς η ανάδειξη ορισμένων χαρακτηριστικών περιπτώσεων δικαστικής δικαιοπλασίας στον χώρο του εργατικού δικαίου είναι ο σκοπός της μελέτης.
Γίνεται δεκτός ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί του ότι η εκ μέρους του κατοχή ακατέργαστης κάνναβης συνολικού βάρους 5.576,4 γραμμαρίων και 113 σπόρων κάνναβης εξυπηρετούσε ιδίαν αποκλειστικά χρήση, κηρύσσεται δε ένοχος ο κατηγορούμενος για καλλιέργεια, κατοχή και χρήση ινδικής κάνναβης κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, αφού δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένες πράξεις διακίνησης.
Δικαίωμα του καθ’ ου η εκτέλεση, ο οποίος δεν είναι οφειλέτης του επισπεύδοντος, να ασκήσει την ανακοπή του άρθρ. 933 ΚΠολΔ, εφόσον του επιδόθηκε αντίγραφο του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση, αλλά και την ανακοπή του άρθρ. 936 ΚΠολΔ, εφόσον έχει επί του αντικειμένου της εκτέλεσης δικαίωμα που μπορεί να αντιτάξει κατά του οφειλέτη του επισπεύδοντος.