Στην μελέτη εξετάζεται η συμβατότητα των δυαδικών (διοικητικών και ποινικών) κυρώσεων για την αυτή συμπεριφορά προς την ΕΣΔΑ και τον ΧΘΔΕΕ, διαπιστώνεται δε ότι η σχετικά συγκλίνουσα νομολογία του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ εμπεριέχει παραδοχές κατά του συστήματος δυαδικών κυρώσεων για την αυτή παράβαση σε σημαντικούς τομείς. Ο ποινικός, αλλά και ο διοικητικός δικαστής, θα πρέπει κατά συνέπεια να αξιοποιήσουν τα σχετικά κριτήρια και την επ’ αυτών νομολογία του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ, σεβόμενοι την ενωσιακή έννομη τάξη και την ΕΣΔΑ, καθώς και την ενότητα της εθνικής μας έννομης τάξης.
Η μεταγραφή της αποδοχής κληρονομίας συνεπάγεται την κτήση της κυριότητας επί των κληρονομιαίων ακινήτων αναδρομικά από τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων που τρίτοι έχουν αποκτήσει νόμιμα μέχρι τη μεταγραφή. Για την κτήση της πλασματικής νομής δεν απαιτείται η μεταγραφή της αποδοχής κληρονομίας, ενώ είναι αδιάφορη η καλή ή η κακή πίστη του κληρονομουμένου.
Η βασική θέση της μελέτης έγκειται στην αντιμετώπιση του άρθρου 300 ΑΚ ως μίας ακόμη έκφανσης της γενικής ρήτρας της καλής πίστης. Πιο συγκεκριμένα, στην παραπάνω διάταξη περιέχεται κατ’ ουσίαν μια επιταγή για καλόπιστη εκτέλεση της αποζημιωτικής ενοχής. Η δε “διόρθωση” της υποχρέωσης του ζημιώσαντος για καταβολή πλήρους αποζημίωσης στον ζημιωθέντα συντελείται εν προκειμένω όχι απολύτως ελεύθερα, όπως στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 288 ΑΚ, αλλά με δεσμευτική προσφυγή του δικαστή προεχόντως στα κριτήρια της αιτιότητας και της υπαιτιότητας.
Οι Οδηγίες 2010/64/ΕΕ και 2012/13/ΕΕ για τα δικαιώματα διερμηνείας, μετάφρασης και ενημέρωσης των υπόπτων και κατηγορουμένων ενσωματώθηκαν στην ημέτερη έννομη τάξη με τον Ν. 4326/2014. Οι σχετικές ρυθμίσεις συμπληρώθηκαν και βελτιώθηκαν με τον νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Αντικείμενο της μελέτης είναι η νομολογιακή πρόσληψη των δύο Οδηγιών από τα ημεδαπά δικαστήρια, το ΔΕΕ και το ΕΔΔΑ, καθώς και ερμηνευτικά ζητήματα υπό τον νέο ΚΠΔ.
Άκυρος ο συμβατικός όρος περί υπολογισμού του τραπεζικού επιτοκίου με βάση το έτος των 360 ημερών («λογιστικό έτος»), επειδή παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας των ΓΟΣ, καθόσον ο καταναλωτής στερείται της δυνατότητας να πληροφορηθεί το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο.
Παραπέμπεται η κατηγορουμένη για (πλημμεληματική) υπεξαίρεση κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από (κακουργηματική) υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας τελεσθείσα από εντολοδόχο, αφού το υπεξαιρεθέν ποσό των 5.148,12 ευρώ δεν είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας.