Τα smart contracts αναμένεται να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στον τρόπο διενέργειας των σύγχρονων συναλλαγών σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην μελέτη διερευνάται η ιεράρχηση της σχέσης μεταξύ των κανόνων ψηφιακών κωδίκων των smart contracts και του ιδιωτικού δικαίου, αν και ποιες συμβατικές σχέσεις δημιουργούνται μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών στα smart contracts και αν κατά την κατάρτιση και εκτέλεσή τους τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του παραδοσιακού δικαίου των συμβάσεων.
Με την παρούσα γνωμοδότηση απαντώνται τα ακόλουθα ερωτήματα: α) Η προβλεπόμενη στην διάταξη του άρθρ. 6 παρ. 2 του Ν. 4637/2019 τετράμηνη προθεσμία υποβολής δήλωσης συνέχισης προόδου εκκρεμών ποινικών διαδικασιών υπόκειτο στην αναστολή των νομίμων και δικαστικών προθεσμιών για τις διαδικαστικές πράξεις και άλλες ενέργειες ενώπιον δικαστηρίων και εισαγγελιών που προέβλεπαν οι εκδοθείσες από 12.3.2020, 15.3.2020, 27.3.2020 και 10.4.2020 ΚΥΑ; β) Η διάταξη του άρθρ. 46 της από 13.4.2020 ΠΝΠ έχει αναδρομική ισχύ από την έκδοση της πρώτης ΚΥΑ και αναιρεί παντελώς την αναστολή της προθεσμίας για την υποβολή δηλώσεων συνέχισης εκκρεμών ποινικών διαδικασιών ή η ισχύς της εκκινεί το πρώτον από τη δημοσίευση της εν λόγω ΠΝΠ στο ΦΕΚ Α’ 84 της 13.4.2020; Εάν ισχύει το δεύτερο, πότε λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης συνέχισης προόδου ποινικών διαδικασιών του άρθρ. 6 παρ. 2 του Ν. 4637/2019;
Σε περίπτωση συνεκδικαζόμενων ανακοπών που στρέφονται κατά της κατάταξης του ίδιου δανειστή υφίσταται αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των ανακοπτόντων μόνο καθ’ ο μέτρο οι ανακοπές προσβάλλουν στην ίδια έκταση την καταταγείσα απαίτηση.
Στην μελέτη εξετάζεται το ζήτημα του υποκειμενικού στοιχείου της ασελγούς πράξης, ιδίως στις περιπτώσεις στις οποίες ο δράστης επιδίωκε να εκδικηθεί, να τιμωρήσει ή να ταπεινώσει το θύμα. Παρουσιάζεται η αντιμετώπιση στην ελληνική και διεθνή νομολογία αλλά και στην θεωρία του ποινικού δικαίου. Παράλληλα, διασαφηνίζεται το ζήτημα εν όψει του νέου Ποινικού Κώδικα που υιοθετεί την έννοια της «γενετήσιας πράξης», δίνοντας μάλιστα ορισμό σε αυτήν (άρ. 336 § 2 ΠΚ).
Στην μελέτη επιχειρείται η ανάλυση των προϋποθέσεων και των εννόμων συνεπειών της κατάστασης ανάγκης κατά τις ΑΚ 285 και 286. Ως προς τις προϋποθέσεις της κατάστασης ανάγκης κατά τον ΑΚ, εξετάζονται ειδικότερα το αντικείμενο της προσβολής και τα κριτήρια, με βάση τα οποία διαπιστώνεται κυρίως η δυσαναλογία μεταξύ της προκληθείσας ζημίας και του προσδοκώμενου οφέλους. Ως προς τις έννομες συνέπειες της κατάστασης ανάγκης, ιδίως επί ανυπαίτιας κατάστασης ανάγκης, ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην ανάλυση του ζητήματος της αποζημίωσης για νόμιμη ζημιογόνο συμπεριφορά ως μορφής ασφαλιστικής κάλυψης της ζημίας.
Η πράξη του κατηγορουμένου, ο οποίος εξανάγκασε τον παθόντα να εισαγάγει ένα αγγούρι στον πρωκτό του, δεν συνιστά βιασμό αλλά παράνομη βία, αφού ο κατηγορούμενος δεν αποσκοπούσε στην ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής του, αλλά επιθυμούσε να εξευτελίσει τον παθόντα και να τον εκδικηθεί.
Η καταδολίευση δανειστών δεν συνιστά αδικοπραξία, ακόμα και όταν στοιχειοθετεί ποινικό αδίκημα. Κατ’ εξαίρεση, όταν συντρέχουν στοιχεία περισσότερα ή βαρύτερα από εκείνα που απαιτούνται για την καταδολίευση δανειστών κατά τον Αστικό Κώδικα (όπως λ.χ. απάτη ή συμπαιγνία μεταξύ οφειλέτη και τρίτου), γεννάται και αξίωση του δανειστή για αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας.
Στη μελέτη εξετάζεται το ειδικότερο ζήτημα της υποβολής δήλωσης συμμετοχής στην ποινική δίκη στην περίπτωση κατά την οποία πριν από την υποβολή αυτής έχει παραγραφεί η αστική αξίωση καταβολής αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για την ικανοποίηση της οποίας υπόχρεος δεν είναι ο κατηγορούμενος αλλά άλλο πρόσωπο. Ελέγχονται τα ακραία όρια της νομιμοποιητικής λειτουργίας την οποία αναπτύσσει στην περίπτωση αυτή η επιβαλλόμενη από το άρθρο 63 ΚΠΔ σύνδεση της ως άνω δήλωσης με την αστική αξίωση έναντι του τρίτου. Προτείνεται δε η ερμηνεία των εφαρμοστέων σχετικώς διατάξεων κατά τρόπο, ώστε η παραγραφή της αστικής αξίωσης στην ειδικότερη αυτή περίπτωση να μην ασκεί επίδραση στην νομιμοποίηση σε υποβολή δήλωσης συμμετοχής στην ποινική δίκη, για να παραμείνει κυρίαρχος και να ενισχυθεί ο ποινικός χαρακτήρας αυτής.