Στη μελέτη εξετάζεται κατά πόσον η ενοχή συνιστά μια πραγματική κατάσταση που μπορεί να διαπιστωθεί ή είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας καταλογισμού. Διερευνάται το ερώτημα αν αποδίδουμε ευθύνη σε κάποιον για μια πράξη επειδή την έχει διαπράξει υπαιτίως ή δηλώνουμε ότι η πράξη τελέστηκε υπαιτίως με την καταδίκη του κατηγορουμένου. Eπίσης εξετάζεται το ζήτημα αν η τιμώρηση των νομικών προσώπων, καθώς και εκείνη των ρομπότ, είναι συμβατή με την ισχύουσα στο ποινικό δίκαιο αρχή της ενοχής.
O κύριος που εκτελεί εργασίες ανόρυξης στο ακίνητό του υποχρεούται να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προφύλαξης, ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος κατάρρευσης της γειτονικής οικοδομής, ακόμα και αν αυτή έχει ανεγερθεί με τρόπο ελαττωματικό.
Η μη υποβολή εγκλήσεως για το έγκλημα της κακουργηματικής απιστίας εις βάρος τράπεζας δεν ασκεί έννομη επιρροή, διότι η διάταξη του άρ. 405 παρ. 1 εδ. β΄ νΠΚ κρίνεται αντίθετη στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ λόγω παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης ουσιωδώς όμοιων περιπτώσεων, καθώς και του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας, και συνεπώς η εν λόγω διάταξη καθίσταται ανεφάρμοστη. Η ως άνω διάταξη, ακόμη και αν θεωρηθεί σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, δεν εφαρμόζεται επί τραπεζικών ιδρυμάτων τα οποία κατά τον χρόνο εισαγωγής της στον νέο Ποινικό Κώδικα (18.11.2019) είχαν τεθεί σε καθεστώς ανάκλησης της άδειάς τους και τελούσαν σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης. Αντίθετη εισαγγελική πρόταση.
Παύει η ποινική δίωξη για τα εγκλήματα της απιστίας από κοινού κατ’ εξακολούθησιν με περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου συνεπεία μη υποβολής δηλώσεως συνέχισης της διαδικασίας, η οποία επέχει θέση εγκλήσεως, αναφορικά δε με το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων θα πρέπει να μην γίνει κατηγορία λόγω της εξάλειψης του αξιοποίνου του ανωτέρω βασικού αδικήματος.
Η μελέτη επιχειρεί να καταδείξει ότι ακόμα και επί παραιτήσεως από την ένσταση διζήσεως, πρωτοφειλέτης και εγγυητής εξακολουθούν να ευθύνονται διαιρεμένα και αυτοτελώς έναντι του κοινού τους δανειστή. Προς την κατεύθυνση αυτή γίνεται επίκληση τόσο της ρυθμιστικής ασυμβατότητας των υποσυστημάτων των άρθρων 481 επ. και 847 επ. ΑΚ όσο και της μη πλήρωσης στην περίπτωση του αυτοφειλέτη εγγυητή της προϋπόθεσης της ισοδυναμίας των οφειλετών, που αποτελεί βασικό εννοιολογικό γνώρισμα της παθητικής εις ολόκληρον ενοχής.
Η μελέτη πραγματεύεται το ζήτημα του χρόνου εργασίας στην τηλεργασία. Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης συνίσταται στην ακαταλληλότητα του υφιστάμενου ρυθμιστικού πλαισίου περί ωραρίου να ανταποκριθεί στις ιδιαιτερότητες της τηλεργασίας, στο βαθμό που το εν λόγω πλαίσιο απηχεί τη λογική μιας διαφορετικής εποχής με εντελώς διαφορετικά δεδομένα ως προς την οργάνωση του χρόνου εργασίας.