Μεταξύ του επισπεύδοντος τη διοικητική εκτέλεση ελληνικού Δημοσίου και του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, κατά των οποίων στρέφεται η ανακοπή τρίτου που επικαλείται δικαίωμα κυριότητας επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, ιδρύεται δεσμός παθητικής αναγκαίας ομοδικίας, με συνέπεια το ασκούμενο από τον έναν από τους ομοδίκους ένδικο μέσο κατά της απόφασης που δέχτηκε την ανακοπή να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά του και για τον άλλον ομόδικο· κατά του δεύτερου δεν μπορεί μεν να απευθύνεται το ασκηθέν ένδικο μέσο, πρέπει όμως αυτός να καλείται να μετάσχει στη συζήτηση επί του εν λόγω ενδίκου μέσου
Αναιρείται εν μέρει λόγω ελλείψεως αιτιολογίας η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση, ως προς την διάταξή της περί απορρίψεως της συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, διότι δεν εκτίθενται αρνητικά περιστατικά σχετικά με το ότι δεν είναι δηλωτική της μεταστροφής του χαρακτήρα του και της αρμονικής συμβίωσής του στην κοινωνία η, επί έντεκα περίπου έτη μετά την πράξη του, συμπεριφορά του κατηγορουμένου, υπηκόου Βουλγαρίας, ο οποίος ζει και εργάζεται στην Ελλάδα, έχει αναπτύξει επιτυχή επαγγελματική δραστηριότητα στον χώρο των συνεργείων καθαρισμού με απασχόληση τριάντα πέντε ατόμων, έχει αποκτήσει ακίνητη περιουσία και είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του.
Αναίρεση κατ’ αποφάσεως εν μέρει οριστικής δεν συγχωρείται (ούτε κατά των οριστικών διατάξεων αυτής) προ της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της όλης δίκης. Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως αποφαινομένης οριστικώς επί μίας ή περισσοτέρων εκ των αντικειμενικώς σωρευομένων αγωγών και αναβάλλουσας την οριστική της κρίση ως προς τις υπόλοιπες.
Αναιρείται, λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής της παρ. 4 του άρ. 39 του Ν. 4557/2018, η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, διότι α) όσον αφορά την μερικότερη πράξη του βασικού εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με την μορφή της αγοράς και κατοχής, από τον πρώτο κατηγορούμενο, γίνεται αντιφατικώς δεκτό τόσο ότι τελέσθηκε από μη τοξικομανή, δηλαδή σε βαθμό κακουργήματος, όσο και ταυτοχρόνως ότι τελέσθηκε από τοξικομανή, δηλαδή σε βαθμό πλημμελήματος, β) όσον αφορά έτερη μερικότερη πράξη διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με την μορφή της κατοχής, γίνεται δεκτό ότι καταδικάσθηκε ο πρώτος αναιρεσείων-κατηγορούμενος σε ποινή φυλάκισης δύο ετών, χωρίς να διαλαμβάνεται αν η ανωτέρω ποινή επιβλήθηκε για πράξη διωκόμενη σε βαθμό κακουργήματος, λόγω αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπό του, ή αν τελέσθηκε από αυτόν ως εξαρτημένο χρήστη ναρκωτικών ουσιών, δηλαδή για πράξη διωκόμενη σε βαθμό πλημμελήματος, και γ) όσον αφορά έτερες μερικότερες πράξεις διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με την μορφή της αγοράς, πώλησης και απόπειρας πώλησης, γίνεται δεκτό ότι τελέσθηκαν από τον πρώτο κατηγορούμενο, χωρίς να διευκρινίζεται αν ήταν ή όχι εξαρτημένος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, και ταυτοχρόνως αναφέρεται ότι για τις επίμαχες πράξεις κηρύχθηκε αθώος, με αποτέλεσμα αφενός μεν να υφίσταται ασάφεια ως προς την δέουσα ποινική μεταχείριση των φερομένων ως δραστών της νομιμοποίησης εσόδων από την εν λόγω εγκληματική δραστηριότητα και αφετέρου, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή της παρ. 4 του άρ. 39 του Ν. 4557/2018, να κηρυχθούν ένοχοι νομιμοποίησης εγκληματικής δραστηριότητας, αντί να αθωωθούν και μάλιστα για χρονικό διάστημα που αφορά στην νομιμοποίηση εσόδων πριν από την τέλεση του βασικού εγκλήματος.
Το άρθρο 695 ΚΠολΔ ορίζει ότι η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων «ισχύει προσωρινά και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση». Δεν διευκρινίζεται ωστόσο από τον δικονομικό νομοθέτη ούτε το αντικείμενο αλλά ούτε και η έκταση της δεσμεύσεως που αναπτύσσει η απόφαση η οποία εξεδόθη επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων έναντι του δικαστηρίου επί του οποίου η ίδια αίτηση υποβάλλεται εκ νέου. Στην μελέτη αντιμετωπίζεται η σύλληψη του προσωρινού δεδικασμένου ως αναγκαία απόρροια της αναλογικής, από τη φύση δε του πράγματος και περιορισμένης, μεταφοράς των γενικών περί δεδικασμένου διατάξεων του ΚΠολΔ στη σφαίρα της προσωρινής έννομης προστασίας.
Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει και με εξώδικη δήλωση του παραιτουμένου, εφόσον αυτή φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ. Σε περίπτωση παραίτησης από την αναίρεση τα δικαστικά έξοδα βαρύνουν κατ’ αρχήν τον παραιτούμενο· δεν αποδίδονται, όμως, τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο αντίδικός του για την σύνταξη και την κατάθεση προτάσεων, εφόσον ο δεύτερος γνώριζε ότι είχε ήδη λάβει χώρα έγκυρη παραίτηση.