Η μελέτη εξετάζει τις προϋποθέσεις και τα όρια της δικαστικής παρέμβασης σε πιστωτικές συμβάσεις, ειδικότερα δε ως προς δύο εκφάνσεις της: αφενός αναφορικά με την δυνατότητα αναπροσαρμογής των συμβάσεων λόγω μεταβολής των συνθηκών, με βάση τα άρθρα 288, 388 ΑΚ, και αφετέρου αναφορικά με τον δικαστικό έλεγχο της μονομερούς καταγγελίας τους από τα πιστωτικά ιδρύματα (ΑΚ 281). Ερευνώνται τα νομοθετικά ερείσματα για την δικαστική παρέμβαση, οι αντίρροπες αξιολογήσεις και η τυποποίηση κριτηρίων από τα δικαστήρια.
Κηρύσσονται αθώοι οι κατηγορούμενοι για το αποδιδόμενο αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης κατά συναυτουργία, καθόσον η αναφορά τους σε τρίτο πρόσωπο ήταν όλως γενική, δεν ξέφυγε των ορίων της άσκησης του δικαιώματος σε σιωπή και μη αυτοενοχοποίηση και δεν κατέστησε τον τρίτο ύποπτο τελέσεως αδικήματος· η εν λόγω κρίση του ποινικού δικαστηρίου δεν αναιρείται από την προτερόχρονη αντίθετη απόφαση πολιτικού δικαστηρίου με την οποία επιδικάστηκε χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, λόγω προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος (και παριστάμενου για την υποστήριξη της κατηγορίας στο ποινικό δικαστήριο) από τις επιπτώσεις της ψευδούς κατάθεσης του πρώτου κατηγορουμένου.
Σε περίπτωση κατάλυσης της εκδοθείσας απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, ιδίως επί αυτοδίκαιης άρσης αυτής λόγω μη άσκησης της κύριας αγωγής, παύει η ισχύς του ασφαλιστικού μέτρου για το μέλλον, ενώ αποδυναμώνεται και η απόφαση που το διέταξε ως εκτελεστός τίτλος. Η αποδυνάμωση, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη δικαστική βεβαίωσή της, αποκλείει την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της αποδυναμωθείσας απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, ενώ τυχόν υποβληθείσα σχετική αίτηση απορρίπτεται εξαιτίας έλλειψης εννόμου συμφέροντος.
Γίνεται κατά πλειοψηφία δεκτή η αίτηση του αιτούντος για μετατροπή της ποινής που του επιβλήθηκε από γαλλικό δικαστήριο σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, δοθέντος ότι δεν πρόκειται περί προσαρμογής και παράλληλα συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την μετατροπή· κατά την γνώμη της μειοψηφίας, η μετατροπή συνιστά ουσιώδη μεταβολή της αρχικής ποινής και ως τέτοια προσκρούει στην στόχευση της διεθνούς συνεργασίας στο πλαίσιο του ΕΕΣ, όπου το κράτος εκτελέσεως δεν ασκεί ιδίαν ποινική εξουσία, αλλά διευκολύνει την άσκηση αλλοδαπής δικαιοδοτικής εξουσίας.
Στην περίπτωση ασφαλισμένου ενυπόθηκου ακινήτου, δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημίωσης είναι αποκλειστικά ο ενυπόθηκος δανειστής. Δικαιούται ωστόσο ο οφειλέτης (έναντι του ενυπόθηκου δανειστή) να απαιτήσει την διάθεση του ποσού της ασφαλιστικής αποζημίωσης προς τον σκοπό αποκατάστασης της βλάβης του ασφαλισθέντος ακινήτου, εφόσον αυτό είναι οικοδομή (ΑΚ 1287 εδ. γ΄).
Επειδή, ως προς το ζήτημα αν με την εισαγωγή των περιγραφομένων στο άρ. 53 του Τελωνειακού Κώδικα προϊόντων (ενεργειακών προϊόντων, ηλεκτρικής ενέργειας, αλκοόλης, αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών) που υπόκεινται στον ειδικό φόρο κατανάλωσης από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαπράττεται λαθρεμπορία ή απλή τελωνειακή παράβαση έχουν εκδοθεί αντίθετες αποφάσεις των τμημάτων του Αρείου Πάγου, ο σχετικός αναιρετικός λόγος παραπέμπεται στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. – Ορθώς καταδικάσθηκε για λαθρεμπορία ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατείχε και εν συνεχεία πώλησε εμπορεύματα (αλκοολούχα ποτά) που προέρχονται από χώρα της Ε.Ε. χωρίς να έχει καταβληθεί γι’ αυτά ο ειδικός φόρος κατανάλωσης.