Αντικείμενο της μελέτης είναι αφενός η διερεύνηση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ο εγγυητής χάνει, σύμφωνα με την ΑΚ 859, το δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη, το οποίο διαφορετικά θα είχε βάσει της εσωτερικής τους σχέσης, και αφετέρου το ζήτημα, αν και έναντι ποιου προσώπου ο εγγυητής, ο οποίος απώλεσε το δικαίωμα αναγωγής, αποκτά αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Αντικείμενο της μελέτης είναι η ιδιαιτερότητα του δικανικού συλλογισμού και ο ανταποκρινόμενος σ’ αυτήν την ιδιαιτερότητα τρόπος διαμόρφωσης της μείζονος και ελάσσονος προτάσεως αυτού. Όπως κάθε συλλογισμός, έτσι και ο δικανικός, στηρίζεται αναγκαίως σε κάποια δεδομένα. Τα στηρίζοντα την δικανική κρίση δεδομένα είναι α) τα τιθέμενα από τον προσφεύγοντα στη Δικαιοσύνη πραγματικά δεδομένα, τα οποία αυτός επικαλείται, αιτούμενος την παροχή έννομης προστασίας και β) ο κατά την κρίση του Δικαστηρίου εφαρμοστέος κανόνας. Το κρίσιμο ερώτημα, το οποίο φαίνεται να προσπερνά η νομική πράξη στη Χώρα μας, είναι αν τα εν λόγω δεδομένα (νομικά και πραγματικά) είναι καθ’ αυτά πρόσφορα (χωρίς οποιαδήποτε επεξεργασία τους από το Δικαστήριο) να συγκροτήσουν την μείζονα και την ελάσσονα αντίστοιχα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.
Η μελέτη πραγματεύεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη από την σκοπιά του επί μέρους δικαιώματος της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Ο τρόπος υπολογισμού του χρονικού πλαισίου με βάση το οποίο θα κριθεί το εύλογο ή μη της διάρκειας μιας ποινικής διαδικασίας αναδεικνύεται μέσα από την πλούσια νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία εξετάζει αφ’ ενός το χρονικό σημείο έναρξης και λήξης της διαδικασίας, αφ’ ετέρου τον χρόνο που θα πρέπει να αφαιρεθεί από την υπό αξιολόγηση διάρκεια. Κατόπιν, παρατίθενται τα κριτήρια που χρησιμοποιεί το Δικαστήριο για να αποφανθεί επί του ευλόγου, στην εκάστοτε περίπτωση, της διάρκειας της διαδικασίας και συνεπώς ως προς την αναγνώριση ή μη της παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Πλέον, η εύλογη διάρκεια της διαδικασίας προβλέπεται ρητώς στην ημέτερη νομοθεσία, μέσα από την συστηματική ένταξή της στις διατάξεις των ελαφρυντικών περιστάσεων ως μειωτικού του πλαισίου ποινής λόγου. Η θέση της μελέτης είναι ότι η αρχή της ταχείας διεξαγωγής της δίκης ή, άλλως, της επιταχύνσεως υποβαθμίζει την ποιότητα της απονομής δικαιοσύνης και αξιώνει ορθολογικό χειρισμό των υποθέσεων εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων.
Η ιστορική διαδρομή για τη διαμόρφωση της σύγχρονης μορφής της ποινικής δίκης συνιστά αξιακή παρακαταθήκη, καθόσον αντανακλά μια πολύχρονη προσπάθεια ενσωμάτωσης και υλοποίησης των δικαιοκρατικών αξιώσεων της ευρωπαϊκής δικαιοταξίας. Η νομοθετική πρόταξη των τελευταίων ετών στην κατεύθυνση της αυξανόμενης αυστηροποίησης του ποινικού συστήματος και της ασύμμετρης επιτάχυνσης της ποινικής διαδικασίας συνιστά εξέλιξη που διασπά τη συστηματική υφή του ΚΠΔ, αποχρωματίζοντας συνάμα τις κεντρικές αξιώσεις προβλεψιμότητας και ελεγξιμότητας του ποινικού δικονομικού συστήματος. Σε περίοπτο προσκήνιο τίθενται στη μελέτη οι πρόσφατες ρυθμίσεις για την κατάργηση της πολυπρόσωπης συγκρότησης των δικαστηρίων, για την υποβάθμιση της λειτουργίας των ΜΟΔ, για την επέκταση των έμμεσων αποδείξεων, αλλά και για τον περιορισμό της λειτουργικής αρμοδιότητας των δικαστικών συμβουλίων.
Η αρχή της δέουσας και αναλογικής αμοιβής, που εισήχθη στο ελληνικό δίκαιο ως διάταξη αναγκαστικού δικαίου, στοχεύει στην προστασία των δημιουργών, αλλά και των ερμηνευτών/εκτελεστών, μέσω της εξασφάλισης της συμμετοχής τους στα κέρδη από την εκμετάλλευση των έργων ή ερμηνειών τους, καθώς επίσης και στην εξισορρόπηση των αντίθετων συμφερόντων των δημιουργών/ερμηνευτών και των αντισυμβαλλομένων τους. Στην μελέτη επιχειρείται μία προσέγγιση των αόριστων εννοιών της «δέουσας» και «αναλογικής» αμοιβής και ανάλυση των κριτηρίων που εφαρμόζονται για τον προσδιορισμό τους.
Τα πολλαπλά τέλη που προβλέπονται από τον Τελωνειακό Κώδικα ως διοικητική χρηματική κύρωση επί τελωνειακών παραβάσεων λαθρεμπορίας, στην ουσία, λόγω της φύσεως, της βαρύτητας και του σκοπού επιβολής τους, αλλά και του γεγονότος ότι μπορεί να επιβληθούν αδιακρίτως σε οποιοδήποτε πρόσωπο διαπράξει τυχόν τελωνειακή παράβαση, αποτελούν “ποινική” κατά την ΕΣΔΑ και την νομολογία του ΕΔΔΑ κύρωση, αφού πληρούν το δεύτερο και το τρίτο των ουσιαστικών κριτηρίων Engel. – Εφόσον με Καταλογιστική Πράξη Τελωνείου, που έχει ήδη καταστεί απρόσβλητη, επιβλήθηκαν στον αιτούντα και σε άλλα φυσικά και νομικά πρόσωπα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, πολλαπλά τέλη συνολικού ύψους 3.910.961,04 ευρώ για εξακολουθητική τελωνειακή παράβαση, τα οποία έχουν καταβληθεί στο Δημόσιο, απαγορεύεται η ποινική καταδίκη του αιτούντος και από το ποινικό δικαστήριο για λαθρεμπορία, με βάση την αρχή της μη επιβολής διττής ποινικής κύρωσης για την ίδια αξιόποινη πράξη, κατά το άρ. 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρ. 50 του ΧΘΔΕΕ (ne bis in idem).