Η υπαγωγή υπερχρεωμένης αλλά λειτουργούσας εμπορικής επιχείρησης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης και η συνεπεία αυτής επερχόμενη απώλεια της εξουσίας διάθεσης της περιουσίας της συνεπάγονται την παύση της ισχύος προϋφιστάμενης συμφωνίας περί διαιτησίας, καταρτισθείσας μεταξύ των αρμόδιων καταστατικών οργάνων της επιχείρησης αφενός και ορισμένου ή ορισμένων πιστωτών αυτής αφετέρου.
Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για από κοινού κλοπή και απάτη με υπολογιστή κατ’ εξακολούθησιν, πράξη συνιστάμενη στην αφαίρεση κάρτας ανάληψης μετρητών χρημάτων της παθούσας και χρήσης χωρίς δικαίωμα της εν λόγω κάρτας, με επηρεασμό του αποτελέσματος της διαδικασίας επεξεργασίας ψηφιακών δεδομένων (εκταμίευση από τον λογαριασμό της παθούσης του ποσού των 1.741,25 ευρώ), διότι δεν διαλαμβάνονται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά και νομικοί συλλογισμοί για την υπαγωγή των περιστατικών στις εφαρμοσθείσες διατάξεις. – Παύει οριστικά η ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις λόγω παραγραφής.
Αρμόδιο να διατάξει την ολική ή μερική αναστολή της εκτέλεσης ή την ανάκληση ή τον περιορισμό αυτοδύναμων ασφαλιστικών μέτρων είναι το δικαστήριο που εξέδω-σε τη διαταγή πληρωμής ή την οριστική απόφαση, με βάση τις οποίες μπορούν να επιβληθούν ή επιβλήθηκαν ήδη τα ασφαλιστικά αυτά μέτρα.
Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι περί απολύτου ακυρότητος της προδικασίας λόγοι αναιρέσεως, συνιστάμενοι στο ότι αφενός μεν το κλητήριο θέσπισμα δεν μεταφράσθηκε σε γλώσσα που κατανοούσε ο κατηγορούμενος, αφετέρου δε οι αστυνομικοί υπερέβησαν τα όρια της κεκαλυμμένης δράσης τους, διότι οι εν λόγω αιτιάσεις δεν προτάθηκαν εγκαίρως ούτε προέκυψε ότι ήσαν βάσιμες, αφού το κλητήριο θέσπισμα είχε μεταφρασθεί στην αγγλική γλώσσα χωρίς ο κατηγορούμενος να προβάλει αντιρρήσεις, ενώ από την μη σύνταξη εκθέσεων εκ μέρους των προσώπων που προέβησαν σε ανακριτική διείσδυση δεν καθίστανται παράνομες οι πραγματοποιηθείσες πράξεις ανακριτικής διείσδυσης.
Η μελέτη ασχολείται με το ζήτημα της «ακυρότητας ως προς την ουσιαστική ισχύ» μίας συμφωνίας παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το άρθρο 25 § 1 εδ. 1 του Κανονισμού 1215/2012. Περαιτέρω, αναλύεται το ζήτημα του κύρους των ασύμμετρων ρητρών παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας, ιδίως σε περίπτωση ασαφούς καθορισμού των δικαστηρίων που δύνανται (εναλλακτικώς) να επιληφθούν οποιασδήποτε διαφοράς ήθελε ανακύψει από ορισμένη έννομη σχέση.
Απαλλάσσονται της κατηγορίας για τέλεση της πράξης της αξιόποινης χειραγώγησης της αγοράς οι κατηγορούμενοι, κατ’ εφαρμογήν της ευνοϊκότερης διάταξης, όσον αφορά στην αντικειμενική υπόσταση, του Ν. 4443/2016, και όσον αφορά στην υποκειμενική υπόσταση, του Ν. 3340/2005, αντιστοίχως, καθόσον ο δεύτερος και ο τρίτος κατηγορούμενος ενεργούσαν απλώς ως διαβιβαστικά όργανα των εντολών προς διενέργεια των επίδικων συναλλαγών, χωρίς να διαθέτουν πρωτοβουλία ελέγχου ή δυνατότητα παρεμβάσεως στη διαδικασία, ενώ παράλληλα δεν διαπιστώθηκε στο πρόσωπο ουδενός ο απαιτούμενος σκοπός προσπορισμού αθέμιτου περιουσιακού οφέλους.
Η προκείμενη μελέτη διαρθρώνεται σε δύο κύρια μέρη: Στο πρώτο μέρος (υπό ΙΙ) ερευνώνται τα συνταγματικά θεμέλια και οι λειτουργίες που επιτελεί η διαδικαστική προϋπόθεση της νομιμοποίησης, ιδίως στις διαπλαστικές δίκες. Η σχετική έρευνα επιτρέπει τη διαπίστωση ότι όταν η υπό διάπλαση έννομη σχέση κείται εντός των ορίων της ιδιωτικής αυτονομίας, παθητικά νομιμοποιούμενα στη διαπλαστική δίκη είναι όλα εκείνα τα πρόσωπα, τα οποία θα έπρεπε να συμπράξουν με τον ενάγοντα, προκειμένου να επιφέρουν δια της δικαιoπρακτικής οδού ένα έννομο αποτέλεσμα αντίστοιχο προς αυτό που επιδιώκεται με την άσκηση της διαπλαστικής αγωγής. Ως εκ τούτου, στο δεύτερο μέρος της μελέτης (υπό ΙΙΙ) το πρόβλημα της παθητικής νομιμοποίησης του καταδολιευτικώς απαλλοτριώσαντος οφειλέτη εξετάζεται σε συνάρτηση προς τις κυριότερες από τις θεωρίες που έχουν υποστηριχθεί αναφορικά με τη φύση και την ενέργεια της διάρρηξης.