Οι αξιόποινες πράξεις που τελούνται από ανήλικο δράστη ουδέποτε μπορούν να προσλάβουν τον χαρακτήρα κακουργήματος. – Η τέλεση από ανήλικο γενετήσιων πράξεων με ανήλικο που δεν είχε συμπληρώσει τα δώδεκα έτη συνιστά πλημμέλημα. – Εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση αναστολής της παραγραφής, τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά από πέντε έτη (άρ. 111 παρ. 3 ΠΚ). – Η αναστολή της παραγραφής του εγκλήματος, υπό το καθεστώς ισχύος του πΠΚ και του Ν. 4855/2021, αφορούσε στα εγκλήματα που στρέφονται κατά ανηλίκων, χωρίς η διάκριση σε κακούργημα ή πλημμέλημα να επηρεάζει την εφαρμογή της αναστολής καθεαυτή αλλά μόνο την διάρκειά της· αντιθέτως, η μορφή του άρ. 113 παρ. 4 που ίσχυσε υπό τον νΠΚ μέχρι την τροποποίησή της από τον Ν. 4855/2021 προέβλεπε ότι αναστέλλεται η προθεσμία της παραγραφής μόνο των “κακουργημάτων” που τελούνται εις βάρος ανηλίκου. – Παύει οριστικώς η ποινική δίωξη για το αδίκημα του άρ. 339 παρ. 1 περ. α΄, φερόμενο ως τελεσθέν από ανήλικο δράστη, λόγω παραγραφής που επήλθε κατ’ εφαρμογήν της ευνοϊκότερης διάταξης του άρ. 113 παρ. 4 ΠΚ, η οποία ίσχυσε υπό τον νΠΚ ώς την τροποποίησή της από τον Ν. 4855/2021 και προέβλεπε αναστολή της παραγραφής μέχρι την ενηλικίωση του ανήλικου θύματος μόνον εφόσον επρόκειτο για κακούργημα.
Η αποσπασματική ρύθμιση της ευθύνης από διακινδύνευση στον νόμο ενδέχεται να οδηγήσει σε αξιολογικές αντινομίες ως προς συγκεκριμένες, μη ρυθμιζόμενες νομοθετικά, περιπτώσεις πρόκλησης ζημιών από πηγές κινδύνου. Το εν λόγω ζήτημα, ως αξιολογικό, πρέπει να κρίνεται in concreto, ενώ γενικός κανόνας περί αποκαταστάσεως της ζημίας που προκαλείται αδιακρίτως από κάθε πηγή κινδύνου, ανεξαρτήτως του πταίσματος του κατόχου αυτής, δεν μπορεί να συναχθεί επαγωγικά.
Στην μελέτη εξετάζεται η προβληματική της εξωεδαφικής εφαρμογής του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη κατ’ άρ. 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στόχος είναι να εξεταστεί η εφαρμογή του κυρίαρχου κριτηρίου της «κατάφωρης αρνησιδικίας». Προς τον σκοπό αυτό, ερευνάται κατ’ αρχάς η πρώιμη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με σημείο αναφοράς την θεμελιώδη απόφαση Soering κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ούτως ώστε να γίνει αντιληπτή η θεωρητική βάση του μηχανισμού εξωεδαφικής εφαρμογής της Σύμβασης. Εν συνεχεία, συστηματοποιείται η νομολογία του ΕΔΔΑ αναφορικά με την εξωεδαφική εφαρμογή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, πραγματοποιείται αναγωγή στη ratio εφαρμογής του αυστηρού κριτηρίου της «κατάφωρης αρνησιδικίας» και εξετάζονται οι εναλλακτικές δυνατότητες για μια μεθοδολογικά συνεπή εξωεδαφική εφαρμογή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Τέλος, παρουσιάζεται η ημεδαπή νομολογία αναφορικά με το υπό εξέταση ζήτημα και ερευνάται η σύγκλισή της με την αντίστοιχη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου.
Η μελέτη πραγματεύεται το ζήτημα της ενδεχόμενης αναλογικής εφαρμογής συναφών διατάξεων του Ν. 4548/2018 επί εξωεταιρικής συμφωνίας μετοχών, που είναι και μέλη του ΔΣ, με αντικείμενο την ενοχική δέσμευσή τους να εκλέξουν συγκεκριμένο πρόσωπo ή πρόσωπα ως μέλος/μέλη του ΔΣ. Αντίστοιχος προβληματισμός ανακύπτει και ως προς το δικαίωμα πληροφόρησης του μετόχου, καθώς και την αίτηση διενέργειας εκτάκτου ελέγχου (όταν αυτά επίσης ρυθμίζονται βάσει εξωεταιρικής συμφωνίας).
Αιτιολογημένως καταδικάσθηκε για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση με ενδεχόμενο δόλο ο κατηγορούμενος, ειδικευόμενος ιατρός αγγειοχειρουργικής, ο οποίος, αφού συμφώνησε με την παθούσα να συναντηθεί σε χώρο του νοσοκομείου σε ημέρα γενικής εφημερίας, αφαίρεσε από τον χώρο του νοσοκομείου, χωρίς να ενημερώσει την υπεύθυνη νοσηλεύτρια, άγνωστη ποσότητα αναισθητικών φαρμάκων (προποφόλης και φαιντανύλης), οδήγησε την παθούσα σε ιδιαίτερο χώρο του νοσοκομείου, ακατάλληλο για την διενέργεια οποιασδήποτε ιατρικής πράξεως, όπου της χορήγησε εφάπαξ ενδοφλεβίως τις παραπάνω φαρμακευτικές ουσίες, χωρίς α) να παρακολουθεί τις ζωτικές λειτουργίες της, β) να έχει οπτική επαφή ή λεκτική επικοινωνία με την ασθενή, γ) να παρακολουθεί το οξύμετρο, για τον κορεσμό του αίματος σε οξυγόνο, δ) να έχει εξασφαλίσει την παρουσία δευτέρου προσώπου, αφού είναι αδύνατον το ίδιο πρόσωπο να χορηγεί αναισθησία και να ενεργεί και άλλη ιατρική πράξη, ε) να υποστηρίζει τεχνικά την αναπνοή της και στ) να έχει προμηθευθεί τον ελάχιστο εξοπλισμό και τα αναγκαία φάρμακα προκειμένου να επαναφέρει την ασθενή σε περίπτωση επιπλοκής, καθώς και το αντίδοτο για την φαιντανύλη, όταν δε η ασθενής υπέστη άπνοια, δεν κάλεσε σε βοήθεια και δεν μερίμνησε να της παρασχεθεί ιατρική βοήθεια συντονισμένα από τους συναδέλφους του και το νοσηλευτικό προσωπικό με κάθε δυνατό μέσο και να υποκατασταθεί η αναπνοή της με τεχνητό τρόπο, προκειμένου να παραμείνει στην ζωή, με συνέπεια να προκληθεί καρδιακή ανακοπή και να επέλθει ο θάνατός της.
Η σύμβαση αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης ενέχει κίνδυνο για τον μεταβιβάζοντα (μισθωτή), καθόσον θέτει εκποδών νομότυπα τον κανόνα της απαγόρευσης συνομολόγησης του “καταπιστευτέου όρου” κατά την ΑΚ 1239, με συνέπεια ο άλλοτε κύριος και μετέπειτα μισθωτής του κινητού ή ακινήτου πράγματος να κινδυνεύει, ύστερα από καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης (ακόμη και για μικρή καθυστέρηση καταβολής των οφειλομένων μισθωμάτων), να απωλέσει το πράγμα με την διενέργεια άμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης για την απόδοσή του.
Αντικείμενο του άρθρου είναι η κριτική ανάλυση και αξιολόγηση των σύγχρονων μορφών ιδιωτικοποίησης των φυλακών σε διεθνές επίπεδο, με ειδικές, όπου αρμόζει, αναφορές στην Ελλάδα. Η μελέτη επιχειρεί να αναδείξει τους περιορισμούς στην επιχειρηματολογία των υποστηρικτών των ιδιωτικών φυλακών, η οποία επικεντρώνεται στη σύγκριση ιδιωτικών και δημόσιων φυλακών επί τη βάσει πρωτίστως του μόνο καθ’ υπόθεσιν αξιολογικά ουδέτερου κριτηρίου της αποδοτικότητας. Η προσέγγιση αυτή υποβαθμίζει το κομβικό κριτήριο της ποιότητας λειτουργίας μιας φυλακής, συρρικνώνοντας το πολυδιάστατο περιεχόμενό της προκειμένου αυτό να καταστεί ευκολότερα μετρήσιμο και αποσυνδέοντάς το από την ουσιαστική συζήτηση για τους σκοπούς της στερητικής της ελευθερίας ποινής καθώς και από τις προϋποθέσεις νομιμοποίησής της. Το άρθρο εντοπίζει περαιτέρω ορισμένα εγγενή χαρακτηριστικά των ιδιωτικών φυλακών με δυνητικά αρνητική επίδραση στην ποιότητα της φυλάκισης, αναγνωρίζοντας παράλληλα τη βαρύνουσα σημασία των ευρύτερων συνθηκών του εκάστοτε περιβάλλοντος λειτουργίας της. Η αρνητική αποτίμηση της ιδιωτικοποίησης των φυλακών σχετικοποιείται ωστόσο στην περίπτωση της ηπιότερης εκδοχής της τελευταίας, δηλαδή τη μελέτη/κατασκευή νέων φυλακών, όταν προτάσσεται η διασφάλιση των στοιχειωδών δικαιωμάτων των κρατουμένων υπό συνθήκες πραγματικής (και όχι κατασκευασμένης) κρίσης του σωφρονιστικού συστήματος της χώρας.