Αναστέλλεται η ποινική διαδικασία που είχε κινηθεί εις βάρος του κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής υπό την μορφή της μη απόδοσης ΦΠΑ, μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση επί της προσφυγής που εκείνος άσκησε ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, καθώς οι δικονομικής φύσεως προβλέψεις των Ν. 4987/2022 και 5104/2024 ισχύουν άμεσα και αφορούν στις περιπτώσεις εκείνες για τις οποίες έχουν ήδη γίνει φορολογικοί έλεγχοι και έχουν εκδοθεί εκτελεστές πράξεις της φορολογικής διοίκησης, έτσι ώστε οι διοικητικής φύσεως διαφορές να επιλύονται από τον «φυσικό δικαστή», ήτοι τον διοικητικό δικαστή, ο δε ποινικός δικαστής να επιλαμβάνεται μετά την οριστικοποίηση της οικείας πράξης της φορολογικής αρχής· εάν o νομοθέτης ήθελε να ισχύουν οι διατάξεις του Ν. 4987/2022 μόνο για τα τελεσθέντα μετά την έναρξη ισχύος του εγκλήματα, ή εάν επιθυμούσε οι εν λόγω διατάξεις να μην τυγχάνουν εφαρμογής για εγκλήματα που τελέστηκαν προ της 6.11.2020, θα το προέβλεπε με ρητή μεταβατική διάταξη, ενώ παράλληλα, σύμφωνα με τους κανόνες της κωδικοποίησης, επέρχεται σιωπηρή κατάργηση των διατάξεων το ρυθμιστικό περιεχόμενο των οποίων καθορίζεται εκ νέου με νεότερη διάταξη του κωδικοποιητικού κειμένου. – Κατά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση, η αναστολή της διαδικασίας από το ποινικό δικαστήριο μέχρι την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής είναι μόνον δυνητική, κατ’ εφαρμογήν της ουδέποτε καταργηθείσας μεταβατικής διατάξεως του άρ. 96 του Ν. 4745/2020, η οποία καταλαμβάνει όλες τις πράξεις που τελέστηκαν έως τις 6.11.2020.
Δεν χωρεί συνυπολογισμός ζημίας και ωφέλειας που απορρέει από την ίδια αδικοπρακτική συμπεριφορά όταν αυτός αντίκειται στην αρχή της καλής πίστης, όπως π.χ. στην περίπτωση όπου ο υπόχρεος σε αποζημίωση είναι και υπόχρεος προς χορήγηση της ωφέλειας.
Διατάσσεται η εξακολούθηση της ισχύος της διάταξης του Προέδρου της Αρχής για δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των κατηγορουμένων, λόγω συνδρομής επείγουσας ανάγκης να διαφυλαχθούν αυτά για τον σκοπό μελλοντικής δήμευσής τους, αλλά και για την περαιτέρω συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, επειδή από την φύση της υπό κρίση υπόθεσης καθίσταται ιδιαιτέρως δυσχερής και χρονοβόρος ο εντοπισμός και η ανάκτηση των πάσης φύσεως οικονομικών πλεονεκτημάτων που απέκτησαν οι ύποπτοι και προέρχονται αμέσως ή εμμέσως από τα αδικήματα της απάτης, άλλως της απάτης σχετικά με τις επιχορηγήσεις, και της συνακόλουθης νομιμοποίησης των κτηθέντων εσόδων που αυτοί φέρεται να τέλεσαν, ενεργώντας στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης που είχε συγκροτηθεί για την λήψη κοινοτικών αγροτικών ενισχύσεων με την χρήση εικονικών ηλεκτρονικών μισθωτηρίων αγροτικών εκτάσεων.
Η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων κατόπιν εξέτασης της ουσίας της επίδικης υπόθεσης στοιχειοθετεί τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Όταν όμως η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ενεργητικής νομιμοποίησης, δίχως να έχει εξεταστεί η ουσία της υπόθεσης, τότε θεμελιώνεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Οι πρόσφατες τροποποιήσεις στον χώρο του φορολογικού ποινικού δικαίου με τον Ν. 5104/2024 ανέδειξαν έναν έντονο προβληματισμό αναφορικά με τον χρόνο έναρξης και την αναστολή της παραγραφής στο αδίκημα της έκδοσης πλαστών, έκδοσης – αποδοχής εικονικών ή νόθευσης γνησίων φορολογικών στοιχείων. Στην παρούσα μελέτη γίνεται προσπάθεια να αναδειχθούν διαχρονικά οι νομοθετικές επιλογές σχετικά με την έναρξη και την αναστολή της παραγραφής στα τυπικά αδικήματα φοροδιαφυγής, και ειδικότερα τα ζητήματα παραγραφής στο νέο Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, και να σχολιαστούν οι πιθανές λύσεις του ζητήματος.
Ο κανόνας του αδιάσπαστου της εταιρικής συμμετοχής έχει την έννοια ότι τα επιμέρους δικαιώματα που απορρέουν εξ αυτής δεν μπορούν να μεταβιβαστούν αυτοτελώς από το εταιρικό μέλος σε τρίτο πρόσωπο. Στο πλαίσιο της μελέτης εξετάζονται η δικαιοπολιτική δικαιολόγηση, η δογματική υπαγωγή και το πεδίο εφαρμογής του κανόνα. Αναδεικνύονται οι θεωρητικές και πρακτικές του συνέπειες, η σχέση του με την αρχή της αυτονομίας του νομικού προσώπου, η οριοθέτησή του από επιτρεπόμενες ενοχικές συμφωνίες, καθώς και οι περιπτώσεις καταστρατήγησής του μέσω τέτοιων συμφωνιών.
Αναιρείται, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρ. 15, 112 και 113 ΠΚ και λόγω υπερβάσεως εξουσίας, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε ως άκυρο το επιδοθέν στην κατηγορουμένη κλητήριο θέσπισμα, δεν ανεστάλη η κύρια διαδικασία, και στην συνέχεια, λόγω μη αναστολής της πενταετούς παραγραφής, έπαυσε οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία εξ αμελείας, διότι στο κλητήριο θέσπισμα δεν απαιτείτο να αναφέρεται επιτακτικός κανόνας δικαίου, αφού προσδιορίζεται, εκτός των λοιπών στοιχείων της κατηγορίας, η έννομη σχέση από την οποία πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση της κατηγορουμένης να παρεμποδίσει το αποτέλεσμα του θανάτου εργαζομένου στο έργο από ηλεκτροπληξία, ήτοι η διττή ιδιότητά της ως μηχανικού και κυρίως ως ορισθείσας τεχνικού ασφαλείας της εργολάβου- αναδόχου, με αποτέλεσμα να υφίσταται η υποχρέωσή της για αποτροπή οποιουδήποτε κινδύνου από ηλεκτροπληξία στον χώρο κατασκευής του έργου, δεδομένου ότι φέρει την ευθύνη για την λήψη των αναγκαίων μέτρων και την καθοδήγηση προς τον συγκεκριμένο εργαζόμενο αναφορικά με τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, ως εκ της φύσεως και της επικινδυνότητας των εργασιών στο εν λόγω έργο, έχοντας καταστεί εγγυητής ασφαλείας του εννόμου αγαθού της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων στο έργο.