Αντικείμενο της παρούσας μελέτης αποτελεί ο καθορισμός των προϋποθέσεων γέννησης, καθώς και του περιεχομένου της υποχρέωσης διαφώτισης στο στάδιο των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συμβάσεως. Προηγείται σύντομη παρουσίαση της έννοιας αλλά και η θεμελίωση της εν λόγω υποχρέωσης. Ακολούθως, η μελέτη αποπειράται να προσφέρει κάποια ερμηνευτικά κριτήρια προς διευκόλυνση του νομικού έργου της εξειδίκευσης της καλής πίστης και κατ’ επέκταση της οριοθέτησης της έκτασης της υποχρέωσης διαφώτισης. Η τελευταία ενότητα της μελέτης αφιερώνεται στη σύντομη παρουσίαση των έννομων συνεπειών της παραβίασης της υποχρέωσης αυτής.
Κηρύσσεται κατά πλειοψηφία ένοχος ο κατηγορούμενος για το αδίκημα της παραβίασης δικαστικής αποφάσεως, επειδή δεν επέτρεψε στην εν διαστάσει σύζυγό του να παραλάβει τα ανήλικα τέκνα τους για την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας, καίτοι ήταν υποχρεωμένος να το πράξει βάσει δικαστικής αποφάσεως, ενώ παράλληλα δεν αποδείχθηκε γνήσια άρνηση των ιδίων των ανηλίκων, αφού η αρνητική τους εκδήλωση ήταν αποτέλεσμα της υποβολιμαίας συμπεριφοράς του κατηγορουμένου· κατά την γνώμη της μειοψηφίας, ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να κηρυχθεί αθώος του αποδιδόμενου αδικήματος, αφού η παραβίαση της δικαστικής απόφασης δεν οφείλεται σε δόλο του, αλλά στην βούληση των τέκνων να μην επικοινωνούν με την μητέρα τους, δεδομένης της πικρίας τους λόγω της εγκατάλειψης της συζυγικής εστίας από εκείνη.
Για να αναπτύξει ένα ηλεκτρονικό έγγραφο την αποδεικτική του δύναμη ως ιδιωτικό έγγραφο απαιτείται ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, αποκλειομένης της δυνατότητας υποκατάστασης αυτής με μηχανικό μέσο. Η υποκατάσταση της ιδιόγραφης υπογραφής επιτρέπεται μόνον από ηλεκτρονική υπογραφή, απλή ή προηγμένη κατά την έννοια του Ν. 4727/2020.
Παύει οριστικά η ποινική δίωξη του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής της πράξης ήδη από το έτος 2016, από την στιγμή που αυτή κρίθηκε, κατ’ ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, ότι στοιχειοθετεί το πλημμέλημα της χειραγώγησης της αγοράς, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της αρχικής κατηγορίας περί της διακεκριμένης παραλλαγής του αδικήματος σε βαθμό κακουργήματος, αφού δεν προέκυψε ούτε ζημία ούτε περιουσιακό όφελος υπερβαίνον το ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ, το οποίο να συνδέεται με τυχόν ρευστοποίηση της μετοχής κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.
Εάν διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως της διαφοράς κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ, η επανασυζήτηση αυτής, θεωρούμενη ως συνέχεια της προηγούμενης, γίνεται υπό την αυτή σύνθεση των μελών του δικαστηρίου. Τυχόν αλλαγή της συνθέσεως στοιχειοθετεί τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 2 ΚΠολΔ, εκτός αν υπάρχει ανυπέρβλητο κώλυμα να διατηρηθεί η αρχική.