Η περάτωση της πτώχευσης επέρχεται αυτοδικαίως με την πάροδο πέντε ετών από την κήρυξή της, χωρίς να απαιτείται έκδοση σχετικής δικαστικής απόφασης ή τήρηση άλλων προϋποθέσεων (όπως της με οποιονδήποτε τρόπο δημοσιοποίησης του γεγονότος της περάτωσης).
Κηρύσσονται ένοχοι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι για τα τελεσθέντα αδικήματα της απόπειρας ανθρωποκτονίας, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, με αναγνώριση στο πρόσωπό τους του λόγου μείωσης της ποινής της νεαρής ηλικίας (άρ. 133 ΠΚ), ενώ απαλλάσσεται ο πρώτος κατηγορούμενος από το αποδιδόμενο σε αυτόν αδίκημα της απόπειρας ληστείας κατά συναυτουργία με άγνωστο δράστη· κατά την γνώμη της μειοψηφίας, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι θα έπρεπε να απαλλαγούν λόγω αμφιβολιών που αποκλείουν την διαμόρφωση πλήρους δικανικής πεποίθησης. Δεν χορηγείται ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση, καθόσον διαπιστώνεται κίνδυνος διάπραξης και άλλων εγκλημάτων από τους καταδικασθέντες.
Αποτελούσα έννοια γένους, η «διαιτητική ουδετερότης» εγκλείει δύο διακριτές μεν πλην στενώς συνδεόμενες μεταξύ τους έννοιες είδους: την «αμεροληψία» αφ’ ενός, ήτοι την απουσία πάσης θετικής ή αρνητικής, ενσυνείδητης ή ασυνείδητης προδιάθεσης του διαιτητή έναντι του ενός ή του άλλου διαδίκου μέρους, και την «ανεξαρτησία» αφ’ ετέρου, ήτοι την απουσία πάσης μορφής εξαρτημένης σχέσεως, ενεστώσης ή παρελθούσης, μεταξύ δικάζοντος και δικαζομένου. Η προληπτική και κατασταλτική διασφάλιση της ως άνω ουδετερότητος αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας μελέτης.
Ορθώς και αιτιολογημένως καταδικάσθηκε για απόπειρα κλοπής ο κατηγορούμενος, που συνελήφθη από αστυνομικούς οι οποίοι ειδοποιήθηκαν ενόσω ερευνούσε το εσωτερικό του οχήματος του εγκαλούντος, διότι με την είσοδό του στο όχημα του τελευταίου και την έρευνά του για ανεύρεση χρημάτων ή άλλων αντικειμένων αξίας, ο δράστης είχε παραβιάσει την σφαίρα κυριαρχίας του εγκαλούντος, ενέργεια που αποτελεί τμήμα της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της κλοπής.
Στο πρώτο μέρος της η μελέτη καταπιάνεται με τη θεμελιώδη για την διαιτησία αρχή compétence-compétence, αναλύοντας το περιεχόμενο, τη σημασία της και την καθολική επικράτησή της στις κατ’ ιδίαν έννομες τάξεις διεθνώς. Στο δεύτερο μέρος, το οποίο εκκινεί από και θεμελιώνεται στα πορίσματα του πρώτου, ασκείται δριμεία κριτική στην εισαχθείσα διά του ν. 4842/2021 ρύθμιση του άρθρου 870Α ΚΠολΔ.
Αναιρείται υπέρ του νόμου λόγω υπερβάσεως εξουσίας το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο διετάχθη άρση του απορρήτου των επικοινωνιών συνδέσεως κινητής τηλεφωνίας, ως προς τα εξωτερικά στοιχεία, για το παρελθόν, εφάπαξ, για το χρονικό διάστημα από 3.7.2023 έως 17.1.2024, ήτοι για χρονικό διάστημα πέραν των δύο μηνών και έως το μέγιστο επιτρεπόμενο χρονικό διάστημα των δέκα μηνών, χωρίς να διαλαμβάνονται παραδοχές για την ύπαρξη λόγων εξακολούθησης της άρσης του απορρήτου για το πέραν του πρώτου διμήνου χρονικό διάστημα. Κατά την γνώμη της μειοψηφίας, η αίτηση αναιρέσεως υπέρ του νόμου έπρεπε να απορριφθεί στο σύνολό της, διότι αφενός μεν τα κατασχεθέντα ψηφιακά πειστήρια και τα εξωτερικά στοιχεία – μεταδεδομένα των επικοινωνιών δεν προστατεύονται από το απόρρητο, αλλά μπορούσαν να κατασχεθούν και να ερευνηθούν κατά την ανακριτική διαδικασία με βάση τις διατάξεις του ΚΠΔ και με παράλληλη τήρηση των οριζομένων στην Οδηγία (ΕΕ) 2016/680, όπως ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τον Ν. 4624/2019.
Η προσημείωση που προηγείται χρονικά σε σχέση με μεταγενέστερη υποθήκη δεν χάνει την τάξη της ως εμπράγματη ασφάλεια, αλλά απλώς το ποσό που αντιστοιχεί στην ασφαλιζόμενη με προσημείωση απαίτηση κατατάσσεται τυχαία. Τα παραπάνω, που ισχύουν επί αναγκαστικού πλειστηριασμού με βάση το άρθρο 1007 § 1 ΚΠολΔ, ισχύουν, κατ’ αναλογική εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, και στο πεδίο του προβλεπόμενου στο άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 «οιονεί πλειστηριασμού».