Απορρίπτεται το αίτημα περί κηρύξεως απαράδεκτης της ποινικής δίωξης για καταδολίευση δανειστών, λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης, δοθέντος ότι ο δικαιούχος απέκτησε βέβαιη και πλήρη γνώση στις 22.2.2022 και υπέβαλε έγκληση παραδεκτώς στις 23.5.2022, δηλαδή την επομένη της καταληκτικής ημερομηνίας, η οποία όμως ήταν εξαιρετέα (Κυριακή)· κατά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση, η υποβληθείσα έγκληση κρίνεται εκπρόθεσμη κατ’ εφαρμογήν των άρ. 243 εδ. β΄ ΑΚ και 145 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας λόγω αδικοπραξίας συντελείται αυτοδίκαιη μεταβίβαση στους ασφαλιστικούς οργανισμούς της αξίωσης αποζημίωσης του παθόντος κατά του ζημιώσαντος τρίτου (ήδη από την γέννηση της εν λόγω αξίωσης και κατ’ απόκλιση από το άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ). Για την εν λόγω μεταβίβαση απαιτείται ποιοτική, ποσοτική και χρονική αντιστοιχία μεταξύ της οφειλόμενης κοινωνικοασφαλιστικής παροχής και του συναφούς αποζημιωτικού κονδυλίου.
Η ανυπαρξία ρητής διάταξης στον Ποινικό Κώδικα αναφορικά με το ακριβές χρονικό σημείο συμπλήρωσης της προθεσμίας για υποβολή εγκλήσεως δημιουργεί ερμηνευτικά προβλήματα ως προς την εξάλειψη ή μη του αξιοποίνου σε περιπτώσεις που σχετίζονται με την εμπρόθεσμη υποβολή της έγκλησης. Με αφορμή πρόσφατο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στην μελέτη εξετάζονται οι απόψεις που έχουν διατυπωθεί ως προς το ακριβές χρονικό σημείο λήξεως της προθεσμίας για την υποβολή εγκλήσεως. Στο πλαίσιο αυτό αναζητείται η ημέρα έναρξης και η ημέρα λήξης της εν λόγω προθεσμίας, όταν η τελευταία ημέρα είναι –καθώς και όταν δεν είναι– εξαιρετέα. Ιδιαιτέρως επικρίνεται η τάση της νομολογίας να οδηγείται, ενίοτε, σε αναλογική εφαρμογή διατάξεων για την παρέκταση μιας προθεσμίας, η συμπλήρωση της οποίας θα είχε ευνοϊκές συνέπειες για τον κατηγορούμενο.
Ζημία εξ αδικοπραξίας συνιστάμενη σε ποσά αγοράς ανταλλακτικών και δαπάνες επισκευής βλαβέντος από αυτοκινητικό ατύχημα οχήματος. Ο καταβληθείς από τον παθόντα Φ.Π.Α. επί των ως άνω ποσών επιδικάζεται σε βάρος του ζημιώσαντος ως κονδύλιο αποζημίωσης. Διαφορετικά, σε περίπτωση δηλαδή μη επιδίκασης του Φ.Π.Α., η θέση του υποχρέου προς αποζημίωση θα καθίστατο ευνοϊκότερη και θα παραβιαζόταν η αρχή της πλήρους αποζημίωσης του ζημιωθέντος από αδικοπραξία.
Σε αντίθεση με τον προϊσχύσαντα N. 2803/2000 για την προστασία των κοινοτικών εννόμων αγαθών, το έγκλημα της πρώτης παραγράφου του άρθρου 386Β ΠΚ, που μόνον αυτό μπορεί να προσλάβει χαρακτήρα κακουργήματος, μπορεί να τελεστεί μόνον κατά την υποβολή αιτήματος κατευθυνόμενου σε έγκριση επιχορήγησης. Γι’ αυτό και σε περίπτωση αθέμιτης παρασιώπησης γεγονότων που ο υπαίτιος είχε υποχρέωση να γνωστοποιήσει, μετά την έγκριση της επιχορήγησης, δυνατότητα εφαρμογής έχει μόνον η παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου. Δεδομένου δε ότι η διάταξη προστατεύει το ημεδαπό έννομο αγαθό της περιουσίας του Δημοσίου, η βλάβη της περιουσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από πράξεις απάτης περί τις επιχορηγήσεις κατέστη δυνατή μόνον με την κατάργηση του Ν. 2803/2000 και την αντικατάστασή του από τον Ν. 4689/2020, όταν δηλώθηκε το πρώτον η βούληση του νομοθέτη να συμπεριλάβει στα προστατευόμενα από την διάταξη του άρθρου 386Β ΠΚ έννομα αγαθά και τα ανήκοντα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τα δικαστήρια απασχόλησε πρόσφατα η εξής υπόθεση: Ο ζωγράφος Α φιλοτέχνησε και στη συνέχεια εξέθεσε στην αίθουσα τέχνης του Β σειρά πινάκων, τους οποίους είχε εμπνευσθεί από λεύκωμα με φωτογραφίες του φωτογράφου Γ. Στον κατάλογο των πινάκων, τον οποίο εξέδωσε ο Β, αναφέρεται ρητά ότι ο Α κατά την εκπόνηση των έργων του εμπνεύσθηκε από τις φωτογραφίες του Γ. Μετά τη λήξη της έκθεσης, ο Γ άσκησε κατά των A και Β αγωγή ζητώντας αποζημίωση κατά τις διατάξεις του Ν. 2121/1993. Ζήτημα τίθεται ως προς την νομική βασιμότητα της εν λόγω αγωγής.