Άρειος Πάγος 1206/2023 (Ποιν.)

Νομιμοποίηση εσόδων από διακίνηση ναρκωτικών ουσιών. Ζητήματα αιτιολογίας και νομίμου βάσεως.

Ποια είναι η προβλεπόμενη ποινή για διακίνηση ναρκωτικών από δράστη που έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ. 30 παρ. 1 και 4 περ. β΄ του Ν. 3459/2006 και τις ήδη ισχύουσες διατάξεις του άρ. 30 παρ. 1 και 4 του Ν. 4139/2013. – Έννοια “νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα”. – Για να μπορεί να γίνει λόγος για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, απαιτείται να έχει προηγηθεί άλλη εγκληματική δραστηριότητα, η οποία περιγράφεται στον νόμο ως “βασικό έγκλημα”. – Προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. – Στοιχεία άμεσου δόλου τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος. – Σε τι συνίσταται ο σκοπός του εν λόγω εγκλήματος. – Στοιχεία δόλου του εγκλήματος όταν ο δράστης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα δεν είναι το ίδιο πρόσωπο με τον δράστη του βασικού εγκλήματος. – Πέραν της γνώσης ως προς την παράνομη προέλευση των εσόδων, απαιτείται στον πρώτο τρόπο τέλεσης του εγκλήματος, δηλαδή την μετατροπή ή μεταβίβαση περιουσίας, και σκοπός απόκρυψης ή συγκάλυψης της παράνομης προέλευσης της περιουσίας ή σκοπός συνδρομής σε πρόσωπο εμπλεκόμενο στην προηγούμενη εγκληματική δράση, για να αποφύγει αυτό τις έννομες συνέπειες των πράξεών του. – Το ίδιο στοιχείο θα πρέπει να θεωρηθεί αναγκαίο, ως επιπλέον άγραφος όρος, και σε ό,τι αφορά τον τρίτο τρόπο τέλεσης του εγκλήματος, δηλαδή την απόκτηση, κατοχή και χρήση της νομιμοποιούμενης περιουσίας. – Με το άρ. 2 παρ. 2 του Ν. 3691/2008 διατηρήθηκε η προϋπόθεση να γνωρίζει ο δράστης με βεβαιότητα ότι η νομιμοποιούμενη περιουσία προέρχεται από προηγούμενη εγκληματική πράξη σε όλες τις τυποποιημένες μορφές της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. – Η εισαγωγή της διάταξης της παρ. 5 του άρ. 2 του Ν. 3691/2008 καταλαμβάνει όχι μόνον το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, αλλά και κάθε βασικό αδίκημα. – Έννοια “βασικού εγκλήματος”. – Η βασική εγκληματική δραστηριότητα πρέπει να προσδιορίζεται επαρκώς και εξατομικευμένα ως προς τον χρόνο τέλεσης και τους δράστες, έστω και αν δεν έχουν κατηγορία ή η σχετική πράξη έχει υποκύψει σε παραγραφή, να αποδεικνύεται δε με την απαιτούμενη δικανική βεβαιότητα, καθόσον η τέλεσή της αποτελεί στοιχείο συγκρότησης της υπόστασης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. – Κύρια πράξη του πολύπρακτου αυτού εγκλήματος είναι η “νομιμοποίηση”, ενώ οι επιμέρους πράξεις συνιστούν τρόπους τέλεσής του. – Οι πράξεις που προσδιορίζονται στο άρ. 2 του Ν. 3691/2008 δεν παράγουν μεν τεκμήριο νομιμοποίησης, πρέπει όμως να είναι αντικειμενικά πρόσφορες να οδηγήσουν σε νομιμοποίηση του υλικού αντικειμένου και να αντιστοιχούν πράγματι σε “νομιμοποίηση”. – Ως τρόπος τέλεσης του εγκλήματος της νομιμοποίησης τυποποιείται αυτοτελώς και η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σε αυτόν ή την διακίνηση μέσω αυτού εσόδων. – Η απλή και μόνον κατάθεση σε τράπεζα του προϊόντος εγκλήματος μπορεί, εφόσον αποδεικνύεται και η συνδρομή του σκοπού να προσδοθεί νομιμοφάνεια, να θεωρηθεί ως αυτοτελής πράξη νομιμοποίησης, όπως ίσχυε και υπό το καθεστώς των προϊσχυσάντων περί νομιμοποιήσεως παράνομων εσόδων νόμων 2331/1995 και 3424/2005. – Όταν αυτουργός της πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα είναι το ίδιο πρόσωπο με τον δράστη του βασικού εγκλήματος, γεγονός που δεν αποκλείεται από τον νόμο, τα δύο εγκλήματα συρρέουν πραγματικά. – Αν το βασικό αδίκημα, από το οποίο ο υπαίτιος αποκόμισε τα παράνομα έσοδα, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι φυλάκιση έως τρία έτη και χρηματική ποινή έως τριακόσιες ημερήσιες μονάδες, με εξαίρεση την περίπτωση τέλεσης κατ’ επάγγελμα, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή από δύο χιλιάδες έως δέκα χιλιάδες ημερήσιες μονάδες, δηλαδή σε βαθμό κακουργήματος. – Όταν ο υπαίτιος έχει απαλλαγεί για το βασικό έγκλημα, από το οποίο κατηγορείται ότι αποκόμισε παράνομα έσοδα, κηρύσσεται αθώος και για την αντίστοιχη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, παρόμοια δε είναι και η ρύθμιση, ως προς το παραπάνω ζήτημα, της ήδη ισχύουσας διάταξης του άρ. 39 παρ. 4 του Ν. 4557/2018. – Τόσο ως προς την κακουργηματική νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, στην βασική της μορφή, όσο και στην πλημμεληματική της μορφή, όταν το περιουσιακό όφελος υπερβαίνει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ, επιεικέστερες για τον υπαίτιο (και επομένως εφαρμοστέες) είναι οι διατάξεις του Ν. 4557/2018, καθόσον προβλέπουν την επιβολή στον υπαίτιο μικρότερου ανωτάτου ορίου στερητικής της προσωπικής ελευθερίας ποινής. – Αναιρείται, λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής της παρ. 4 του άρ. 39 του Ν. 4557/2018, η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, διότι α) όσον αφορά την μερικότερη πράξη του βασικού εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με την μορφή της αγοράς και κατοχής, από τον πρώτο κατηγορούμενο, γίνεται αντιφατικώς δεκτό τόσο ότι τελέσθηκε από μη τοξικομανή, δηλαδή σε βαθμό κακουργήματος, όσο και ταυτοχρόνως ότι τελέσθηκε από τοξικομανή, δηλαδή σε βαθμό πλημμελήματος, β) όσον αφορά έτερη μερικότερη πράξη διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με την μορφή της κατοχής, γίνεται δεκτό ότι καταδικάσθηκε ο πρώτος αναιρεσείων-κατηγορούμενος σε ποινή φυλάκισης δύο ετών, χωρίς να διαλαμβάνεται αν η ανωτέρω ποινή επιβλήθηκε για πράξη διωκόμενη σε βαθμό κακουργήματος, λόγω αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπό του, ή αν τελέσθηκε από αυτόν ως εξαρτημένο χρήστη ναρκωτικών ουσιών, δηλαδή για πράξη διωκόμενη σε βαθμό πλημμελήματος, και γ) όσον αφορά έτερες μερικότερες πράξεις διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με την μορφή της αγοράς, πώλησης και απόπειρας πώλησης, γίνεται δεκτό ότι τελέσθηκαν από τον πρώτο κατηγορούμενο, χωρίς να διευκρινίζεται αν ήταν ή όχι εξαρτημένος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, και ταυτοχρόνως αναφέρεται ότι για τις επίμαχες πράξεις κηρύχθηκε αθώος, με αποτέλεσμα αφενός μεν να υφίσταται ασάφεια ως προς την δέουσα ποινική μεταχείριση των φερομένων ως δραστών της νομιμοποίησης εσόδων από την εν λόγω εγκληματική δραστηριότητα και αφετέρου, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή της παρ. 4 του άρ. 39 του Ν. 4557/2018, να κηρυχθούν ένοχοι νομιμοποίησης εγκληματικής δραστηριότητας, αντί να αθωωθούν και μάλιστα για χρονικό διάστημα που αφορά στην νομιμοποίηση εσόδων πριν από την τέλεση του βασικού εγκλήματος.

Διαβάστε περισσότερα στο poinikachronika.gr και στην Π.Ν. Σάκκουλας Library.