Εξαίρεση στον κανόνα της αμεσότητας του εννόμου συμφέροντος εισάγεται με την διάταξη του άρ. 28 παρ. 7 του Ν. 1650/1986, διά της οποίας διευρύνεται ο κύκλος των ενεργητικώς νομιμοποιούμενων προσώπων προς υποστήριξη κατηγορίας περί προσβολής του περιβάλλοντος, ανεξαρτήτως της ύπαρξης άμεσης περιουσιακής ζημίας. H απαρίθμηση των περαιτέρω ενεργητικώς νομιμοποιούμενων προσώπων και φορέων στην ανωτέρω διάταξη είναι ενδεικτική. Κατά την γνώμη της μειοψηφίας, προκειμένου να μην καταστεί η παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας οιονεί “actio popularis”, είναι επιβεβλημένη η συσταλτική ερμηνεία της διάταξης.
Η παύση της απειλής μετά την πάροδο της προθεσμίας άσκησης του δικαιώματος ακύρωσης συνιστά αντένσταση εκείνου που επιδιώκει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η απειλή δεν θεμελιώνει άνευ ετέρου αντίθεση της ακυρώσιμης δικαιοπραξίας στα χρηστά ήθη.
Κατά την κρατούσα γνώμη, όταν παρέχεται ενέχυρο επί αντικαταστατών (και ιδίως αναλωτών) πραγμάτων, ο δανειστής αποκτά την κυριότητα των πραγμάτων, την οποία αντίστοιχα χάνει ο ενεχυραστής. Στην περίπτωση αυτή γίνεται παραδοσιακά λόγος για «ανώμαλο ενέχυρο». Στην μελέτη εξετάζεται η νομική φύση του ανώμαλου ενεχύρου και γίνεται δεκτό ότι δεν πρόκειται για ενέχυρο με την έννοια του ΑΚ, ενώ δεν παρουσιάζει από δογματική άποψη αυθυπαρξία έναντι της εξασφαλιστικής μεταβίβασης (αν πρόκειται για ασφαλειοδοσία επί πραγμάτων) ή της χρηματικής εγγυοδοσίας (αν πρόκειται για ασφαλειοδοσία επί χρημάτων).
Ο βιολογικός πατέρας (στο πλαίσιο ιατρικά υποβοηθούμενης αναπαραγωγής), εφόσον δεν έχει χωρήσει εκ μέρους του έγκυρη εκούσια αναγνώριση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1475 παρ. 2 ΑΚ, έχει δικαίωμα δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητάς του (ΑΚ 1479 επ.). Δεν δύναται, ωστόσο, επικαλούμενος απλώς τη βιολογική του ιδιότητα ως πατέρα του τέκνου, να αποκρούσει, διά της ενστάσεως καταχρήσεως δικαιώματος, την αγωγή της μητέρας με αντικείμενο τη διαπίστωση της αυτοδίκαιης ακυρότητας της εκούσιας αναγνώρισης.
Στην μελέτη ερευνάται κατά πόσο η ισχύουσα στην Ελλάδα νομοθεσία είναι σύμφωνη προς το περιεχόμενο της Οδηγίας 2018/1673, η οποία έπρεπε να ενσωματωθεί στις εθνικές νομοθεσίες έως τις 3 Δεκεμβρίου 2020. Αναδεικνύονται οι πιο ουσιώδεις αποκλίσεις, με τις οποίες όχι μόνο παραβιάζονται βασικοί κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος, αλλά και επηρεάζεται η ευρύτερη υποχρέωση της χώρας μας να συνεργάζεται με τα λοιπά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αποτελεσματική δίωξη και τιμωρία του συγκεκριμένου εγκλήματος.