Άνευ απολύτου ακυρότητος παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα η ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε. λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη στο κύρος, την φήμη και την αξιοπιστία της από την αξιόποινη πράξη της κλοπής ηλεκτρικής ενέργειας ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ’ εξακολούθησιν, που τέλεσε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, αφού νομιμοποιούνταν ενεργητικώς ως καθολική διάδοχος, υπεισελθούσα αυτοδικαίως από της διαδοχής σε όλα τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της ΔΕΗ Α.Ε. που αφορούν τον εισφερόμενο κλάδο της Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας και την Διεύθυνση Διαχειρίσεως Νησιών, ως εκ τούτου δε αμέσως παθούσα από την εν λόγω πράξη.
Στην μελέτη παρατίθενται οι οικείες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας εκ των οποίων δύναται να ανακύψει το υπό κρίσιν ζήτημα, ακολούθως γίνεται εν συντομία λόγος για το χαρακτήρα μιας αξιόποινης πράξης ως ενιαίου ιστορικού γεγονότος, την αληθινή συρροή εγκλημάτων και το κατ’ εξακολούθησιν έγκλημα, για το δέον γίγνεσθαι προς αποφυγήν δημιουργίας ανάλογων καταστάσεων, για την ακυρότητα του μεταγενέστερου κλητηρίου θεσπίσματος, ενώ, τέλος, διατυπώνονται οι δύο παρεχόμενες δυνατότητες ποινικού χειρισμού προς άρση των δυσμενών συνεπειών στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, με παράθεση επιχειρηματολογίας για το ποια κρίνεται ως η ορθότερη εξ αυτών.
Στο ευνοϊκό καθεστώς του Ν. 3869/2010 υπάγονται κατ' εξαίρεση και μικροέμποροι, ως προς τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί ανταμοιβή για τον σωματικό τους μόχθο και όχι προϊόν κερδοσκοπικής δραστηριότητας.
Κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών είναι επιτρεπτή η άσκηση εφέσεως από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα εντός πέντε ημερών, η οποία ασκείται σύμφωνα με τις διατυπώσεις του άρ. 474 ΚΠΔ. Αν δεν εμφανισθεί ο εκκαλών-εκζητούμενος στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, η έφεσή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη.
Κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών είναι επιτρεπτή η άσκηση εφέσεως από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα εντός πέντε ημερών, ο δε τρόπος άσκησης της εφέσεως που προβλέπεται από την ειδική διάταξη του άρ. 22 παρ. 1 εδ. τελ. του Ν. 3251/2004 είναι αποκλειστικός, μη εφαρμοζομένης της γενικής διάταξης του άρ. 474 παρ. 1 ΚΠΔ.
Η θέση της νομολογίας περί αναλογικής εφαρμογής του νόμου για την αστική ευθύνη του τύπου (Ν. 1178/1981) στο διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εγείρει πληθώρα ζητημάτων. Με την παρούσα μελέτη επιχειρείται πρωτίστως ένας αξιολογικός έλεγχος της δυνατότητας και των ορίων αναλογικής εφαρμογής του Ν. 1178/1981 στο διαδίκτυο και ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο οποίος στηρίζεται στα ιδιαίτερα γνωρίσματα και λειτουργία αυτών.
Στη μελέτη εκφράζονται δικαιοπολιτικής φύσεως προβληματισμοί για την προβλεπόμενη με το νέο Ποινικό Κώδικα διεύρυνση της κατ’ έγκληση ποινικής δίωξης των εγκλημάτων κατά περιουσιακών εννόμων αγαθών και καταγράφονται οι δυσχέρειες που προκαλεί στην καταπολέμηση των εγκλημάτων αυτών. Παρουσιάζεται περαιτέρω η αντινομία που δημιουργείται από την προβλεπόμενη στο νέο Ποινικό Κώδικα κατ’ έγκληση δίωξη των τελούμενων κατά ιδιωτών κακουργηματικών υπεξαιρέσεων και απατών αφενός και την αυτεπάγγελτη ποινική δίωξη της τελούμενης κατά ιδιωτών κακουργηματικής απιστίας αφετέρου, καθώς και η αντινομία που προκαλεί η εξαίρεση από την αυτεπάγγελτη ποινική δίωξη της κακουργηματικής απιστίας όταν στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοπιστωτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα. Τέλος, προτείνεται η de lege ferenda επαναφορά της αυτεπάγγελτης δίωξης των εγκλημάτων της απάτης, της απιστίας και της υπεξαίρεσης στην κακουργηματική τους μορφή.