Κηρύσσονται ομόφωνα ένοχοι για τα εγκλήματα της θανατηφόρου εκθέσεως κατά συναυτουργίαν και κατά παραυτουργίαν ως προς το περαιτέρω βαρύτερο αποτέλεσμα, καθώς και της απρόκλητης επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συναυτουργίαν με συμμετοχή δύο και περισσοτέρων προσώπων, κατόπιν μεταβολής της κατηγορίας από απόπειρα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι από κοινού με άλλα πέντε άτομα, έχοντας μερικώς καλυμμένα τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους και φέροντας σιδηρογροθιές και ράβδους, επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά άνευ προκλήσεως στα τέσσερα θύματα, οπαδούς της ομάδας του ΠΑΟΚ που αποχωρούσαν πεζοί από το γήπεδο της Τούμπας μετά από ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ ΠΑΟΚ–ΠΑΟ, με σκοπό να τους πλήξουν κάνοντας χρήση των ως άνω αντικειμένων και να αφαιρέσουν τα είδη ρουχισμού με τα διακριτικά του ΠΑΟΚ που φορούσαν τρεις εξ αυτών, με αποτέλεσμα να προκληθεί σωματική κάκωση στον έναν τους, ενώ εξαιτίας της διαφυγής των υπολοίπων και της καταδίωξης που επακολούθησε προκλήθηκε ο θάνατος ενός εξ αυτών συνεπεία της παράσυρσής του από διερχόμενο αυτοκίνητο σε οδόστρωμα που αποτελούσε την μόνη του διαφυγή. Κηρύσσονται αθώοι οι κατηγορούμενοι για το έγκλημα της παράνομης βίας κατά συναυτουργίαν, κατόπιν μεταβολής της κατηγορίας από ληστεία κατά συναυτουργίαν, ελλείψει δε υποβολής εγκλήσεως των παθόντων δεν δύνανται να διωχθούν οι (μετά από ορθό χαρακτηρισμό) πράξεις φθοράς ως προς τα ως άνω αντικείμενα που αφαιρέθηκαν χωρίς σκοπό ιδιοποίησης.
Η ονοματοδοσία του ανηλίκου αποτελεί περιεχόμενο (έκφανση) της γονικής μέριμνας. Σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων, επειδή καθένας από αυτούς αποκαλεί τα τέκνα με διαφορετικό όνομα, αποφασίζει το δικαστήριο με γνώμονα το συμφέρον των τέκνων, ορίζοντας τα ονόματα εκείνα η χρήση των οποίων θα τους εξασφαλίσει ομαλή ανάπτυξη και σταθερή ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη. Κατά τον καθορισμό του ονόματος το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τα αιτήματα των διαδίκων.
Στην παρούσα μελέτη επιχειρείται η κριτική προσέγγιση της αιτιολογικής σκέψης του νομοθέτη του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, βάσει της οποίας η προβολή αντιρρήσεων από πλευράς του κατηγορουμένου για την απόσβεση της αστικής αξίωσης του υποστηρίζοντος την κατηγορία ανάγεται σε απαραίτητη προϋπόθεση για την εξέταση της έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης που επιφέρει η απόσβεση αυτή. Το συμπέρασμα είναι ότι η επίμαχη αιτιολογική σκέψη θα πρέπει να παραμεριστεί, καθόσον προσκρούει ευθέως στο γράμμα του νόμου, και συγκεκριμένα στις διατάξεις των άρ. 171 αριθμ. 3 και 174 παρ. 1 ΚΠΔ, οδηγώντας στη “σχετικοποίηση” μιας απόλυτης ακυρότητας.
Η μαζική επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην Covid εποχή έχει γίνει απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία τόσο των επιχειρήσεων όσο και του ίδιου του κράτους. Ταυτόχρονα όμως γεννώνται ποικίλα προβλήματα. Η παρακολούθηση της νομοθετικής εξέλιξης των ζητημάτων προστασίας προσωπικών δεδομένων σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο αναδεικνύει την ανάγκη θέσπισης ενός ενιαίου, ισχυρότερου εθνικού νομοθετικού πλαισίου, με αιχμή του δόρατος την συλλογική αγωγή προστασίας των προσωπικών δεδομένων.
Ορθώς και αιτιολογημένως καταδικάσθηκε για εξ αμελείας (ενσυνείδητης) βαριά σωματική βλάβη ο κατηγορούμενος αστυνομικός ο οποίος, υπηρετώντας στην Διεύθυνση Άμεσης Δράσης και επιβαίνοντας σε υπηρεσιακή μοτοσυκλέτα ως οδηγός, με συνοδηγό συνάδελφό του ειδικό φρουρό, αφού προέβαλε το αριστερό του πόδι, λάκτισε με πρόθεση την παθούσα, που στεκόταν παράπλευρα του οδοστρώματος, προκαλώντας της κάταγμα αριστερού έξω κνημιαίου κονδύλου, με συνέπεια η τελευταία να υποβληθεί σε εσωτερική οστεοσύνθεση, να απέχει των εργασιών της επί τετράμηνο, ήδη δε να αντιμετωπίζει δυσκολία στην βάδιση. Αναιρείται εν μέρει η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση ως προς την περί ποινής διάταξή της, αφού πλέον για τον δράστη απειλείται ποινή φυλάκισης έως τρία έτη ή χρηματική ποινή (άρ. 309 νΠΚ), εν αντιθέσει με την ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών που προβλεπόταν από τον πΠΚ (άρ. 310 παρ. 1 πΠΚ).
Εις ολόκληρον αστική ευθύνη του αντιπροσωπευτικού οργάνου νομικού προσώπου με το νομικό πρόσωπο. Στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 71 ΑΚ υπάγεται και η υποχρέωση απόδοσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Τίθεται στο αρχείο η δικογραφία που σχηματίσθηκε κατόπιν μηνυτήριας αναφοράς του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας για τα εγκλήματα της διασποράς ψευδών ειδήσεων και της παραβίασης μέτρων για την πρόληψη ασθενειών (άρ. 191 και 285 ΠΚ, αντιστοίχως), καθόσον δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ότι η πράξη, συνιστάμενη σε ανάρτηση δύο δημοσιεύσεων στo διαδίκτυο (Facebook και Twitter) με περιεχόμενο που θέτει υπό αμφισβήτησιν την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων του δημόσιου συστήματος ελέγχου νόσησης από κορωνοϊό, εμπίπτει στην αντικειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων. Επιπροσθέτως, δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ότι οι ως άνω διαδόσεις υπάγονται στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρ. 183 ΠΚ (διέγερση σε ανυπακοή).
Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος μπορεί να θεμελιώσει, ως γνωστόν, αδικοπρακτική ευθύνη. Μάλιστα, κατά την κρατούσα γνώμη, αδικοπρακτική ευθύνη κατά την ΑΚ 914 μπορεί να γεννηθεί και από την καταχρηστική άσκηση συμβατικών δικαιωμάτων, με κύριο παράδειγμα την καταχρηστική καταγγελία διαρκών συμβάσεων. Η παρούσα μελέτη, εξετάζοντας την κρατούσα αυτή άποψη, καταλήγει ότι η θέση αυτή έρχεται σε αντίφαση με την αδυναμία θεμελίωσης αδικοπρακτικής ευθύνης κατά την ΑΚ 914 σε μόνη την αθέτηση σύμβασης, η οποία αποτελεί μείζον σε σχέση με το έλασσον της κατάχρησης συμβατικού δικαιώματος.