Στη μελέτη ενισχύεται η θεμελίωση του κανόνα, κατά τον οποίο αντάλλαγμα που έχει δώσει ο πλουτίσας για την απόκτηση του πλουτισμού συνιστά νόμιμη αιτία πλουτισμού. Πέρα από την επαγωγική θεμελίωση, που για τη συναγωγή του γενικού αυτού κανόνα στηρίζεται στη διαπίστωση επιμέρους περιπτώσεων, όπου μόνο το αντάλλαγμα (όχι η βούληση του ζημιωθέντος ή ο νόμος) μπορεί να συνιστά νόμιμη αιτία πλουτισμού, εξαίρεται και ο άλλος, παράλληλος τρόπος θεμελίωσης, αυτή τη φορά με παραγωγική μέθοδο, δηλαδή με συλλογιστική πορεία από το γενικό (π.χ. από γενικές αρχές του δικαίου τις οποίες εξυπηρετεί ο θεσμός) στις ειδικές περιπτώσεις εφαρμογής.
Αναιρείται εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την περί ποινής διάταξή της, αφού μετά την ισχύ του νΠΚ το έγκλημα της παράβασης του άρ. 29 παρ. 1 του Ν. 2971/2001, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους “ή με χρηματική ποινή”.
Ταυτόχρονη κατάρτιση αφενός «Συμφωνητικού μετόχων» και αφετέρου «Σύμβασης πώλησης μετοχών». Το δικαστήριο, εφαρμόζοντας τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, έκρινε ότι οι δύο συμφωνίες τελούν μεταξύ τους σε σχέση κύριας (η πρώτη) προς παρεπόμενη (η δεύτερη), με συνέπεια η αθέτηση της συμφωνίας των μετόχων να δικαιολογεί, μεταξύ άλλων, την υπαναχώρηση από την πώληση (λόγω έκλειψης του συμφέροντος του αγοραστή για διατήρηση της επένδυσής του).
Σε συνέχεια του πρώτου μέρους της μελέτης, στο δεύτερο μέρος της παρουσιάζονται και αξιολογούνται οι αλλαγές που επέφεραν στον ΚΦΔ και στον ΕΤΚ οι νόμοι 4745 και 4764/2020, με τους οποίους ο Έλληνας νομοθέτης επιχείρησε καταρχήν να εναρμονίσει το ελληνικό φορολογικό κυρωτικό σύστημα με τις επιταγές που απορρέουν από το ά. 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ ΕΣΔΑ και το ά. 50 ΧΘΔ της ΕΕ, όπως αυτά ερμηνεύονται από το ΕΔΔΑ και το ΔΕΕ αντίστοιχα, δημιουργώντας, ωστόσο, τελικά, δυσχερή ερμηνευτικά προβλήματα, ιδίως σε επίπεδο διαχρονικού δικαίου, σε ό,τι αφορά το καθεστώς παραγραφής και τις προϋποθέσεις δίωξης των αδικημάτων του ΚΦΔ.
Η ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας σε τρίτον γίνεται μετά από έλεγχο του ήθους, των βιοτικών συνθηκών και γενικώς της καταλληλότητας του τρίτου και στηρίζεται υποχρεωτικά σε βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας. Κατ’ εξαίρεση δεν απαιτείται τέτοια βεβαίωση όταν η άσκηση της γονικής μέριμνας ανατίθεται σε Οργανισμούς ή Ιδρύματα που από το καταστατικό τους έχουν καθήκον να υπηρετούν, να περιθάλπουν και να ανατρέφουν ανήλικα τέκνα που βρίσκονται σε κίνδυνο.
Η διάταξη του άρ. 273 εδ. β΄ πΠΚ, με την οποία απαιτείτο για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος να μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, είναι δυσμενέστερη από την αντίστοιχη διάταξη του νΠΚ, αφού με την τελευταία απαιτείται για την κατάφαση του αδικήματος να προέκυψε ο κίνδυνος για άνθρωπο, αν δε δεν προκύψει κάποιος κίνδυνος, η πράξη καθίσταται ανέγκλητη και μπορεί ενδεχομένως να τιμωρηθεί ως φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο η ευμενέστερη διάταξη και κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος, αφού καταδικάσθηκε επειδή θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος από το ετοιμόρροπο ακίνητό του.