Απορρίπτονται ως νόμω αβάσιμες οι αιτήσεις για ακύρωση των πράξεων προδικαστικής μαρτυρικής εξετάσεως προσώπου που είχε ασκήσει κατά το παρελθόν ελεγκτικά καθήκοντα επί των συμβάσεων η νομιμότητα των οποίων αποτελεί αντικείμενο διερεύνησης της προκαταρκτικής εξέτασης, δεδομένου ότι ο εν πρώτοις ασκηθείς έλεγχος από πλευράς της μάρτυρος δεν διατάχθηκε στο πλαίσιο της επίμαχης ποινικής διαδικασίας, αλλά διενεργήθηκε προγενέστερα επί τη βάσει της γενικής ελεγκτικής αρμοδιότητας που εκ του νόμου απονέμεται στα μέλη της Ε.Δ.ΕΛ., ενώ η μετέπειτα συμμετοχή της σε κλιμάκιο εντεταλμένο για την διενέργεια ελέγχου νομιμότητας των διερευνώμενων συμβάσεων στο πλαίσιο της υπό κρίση προκαταρκτικής εξέτασης δεν ιδρύει απαγόρευση εξετάσεως της ελεγκτή ως μάρτυρα, εφόσον ουδεμία πράξη προς βεβαίωση του εγκλήματος και της ενοχής ή της αθωότητας των υπόπτων ενήργησε, ενώ ούτε συνέταξε ούτε υπέγραψε το σχετικό πόρισμα ελέγχου, αφού απομακρύνθηκε από τον εν λόγω έλεγχο πριν από την ολοκλήρωση αυτού.
Για τη σύσταση ενεχύρου επί ονομαστικών μετοχών ανώνυμης εταιρείας απαιτείται τήρηση ιδιωτικού εγγράφου και παράδοση των μετοχών στην τράπεζα (ενεχυρούχο δανείστρια). Αναγγελία (γνωστοποίηση) της ενεχύρασης στην εκδότρια των μετοχών ανώνυμη εταιρεία δεν προσαπαιτείται. Το δικαίωμα ψήφου στη γ.σ. (που συνδέεται με τη μετοχή) εξακολουθεί να ανήκει κατ’ αρχήν στον ενεχυραστή, ο οποίος διατηρεί και όλες τις λοιπές οργανωτικές/διοικητικές εξουσίες του.
Μονομερής καθορισμός της τιμής αγοράς από τον αγοραστή, σύμφωνα με συμβατική πρόβλεψη, κατά μη δίκαιο τρόπο. Η καθορισθείσα τιμή δεν δεσμεύει τον πωλητή, αλλά γεννά δικαίωμά του για δικαστικό προσδιορισμό της τιμής (της παροχής του αγοραστή) κατά το άρθρο 371 ΑΚ. Εάν ο άδικος προσδιορισμός της τιμής ήταν προϊόν αντιανταγωνιστικής ενέργειας του αγοραστή, γεννάται μεν στο πρόσωπο του πωλητή αξίωση από αδικοπραξία, όχι όμως και αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεδομένου ότι ο αγοραστής δεν ωφελήθηκε από τον άδικο (και συνεπώς μη δεσμευτικό) καθορισμό της τιμής εκ μέρους του και οφείλει την παροχή που θα προσδιορίσει το δικαστήριο ως δίκαιη.
Στην ανθρώπινη δραστηριότητα εμφανίζονται συνεχώς πράξεις που συνδέονται με ένα έγκλημα κατά τρόπο τέτοιο, ώστε εξυπηρετούν την τέλεσή του, πλην όμως διακρίνονται από έναν συνήθη, καθημερινό χαρακτήρα, επαγγελματικό ή μη. Το ερώτημα που τίθεται είναι, αν οι πράξεις αυτές, οι οποίες έχουν γίνει γνωστές ως «αξιολογικά ουδέτερες πράξεις συμμετοχής», πληρούν τις προϋποθέσεις ώστε να τιμωρηθούν ως αξιόποινες πράξεις συνέργειας.
Η αξίωση αποζημίωσης χρήσης της οικογενειακής στέγης, αφενός κατά τη διάρκεια της διάστασης και αφετέρου κατόπιν της λύσεως ή της ακυρώσεως του γάμου ή του συμφώνου συμβιώσεως ή της λύσεως της ελεύθερης ενώσεως, ήτοι ανεξάρτητα από την ειδικότερη νομική θεμελίωσή της, διαπνέεται από τη θεμελιώδη δικαιοηθική αρχή της επιείκειας, όπως επιτάσσουν η διαμορφωθείσα μεταξύ των συζύγων ή των συντρόφων κοινότητα βίου και η ανάγκη εξυπηρετήσεως του συμφέροντος των τέκνων τους, οι οποίες συνιστούν τις rationes legis του άρθρου 1393 ΑΚ.
Συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο ως υπαιτίων των αδικημάτων της συμμορίας, της παράνομης βίας και της παράνομης οπλοφορίας κατά συναυτουργία, καθώς και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από το αδίκημα της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη, εφόσον δεν προέκυψε ότι ο παθών κινδύνευσε να αποβιώσει από την προκληθείσα σωματική βλάβη. Τουναντίον, οι σωματικές κακώσεις, τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν (γροθιές και λακτίσματα) και το σημείο του σώματος που επλήγη (κεφάλι) ενδεικνύουν κίνδυνο πρόκλησης μόνο βαριάς σωματικής βλάβης· κατά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση και την γνώμη της μειοψηφίας συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου για το αδίκημα της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης.
Εξαίρεση στον κανόνα της αμεσότητας του εννόμου συμφέροντος εισάγεται με την διάταξη του άρ. 28 παρ. 7 του Ν. 1650/1986, διά της οποίας διευρύνεται ο κύκλος των ενεργητικώς νομιμοποιούμενων προσώπων προς υποστήριξη κατηγορίας περί προσβολής του περιβάλλοντος, ανεξαρτήτως της ύπαρξης άμεσης περιουσιακής ζημίας. H απαρίθμηση των περαιτέρω ενεργητικώς νομιμοποιούμενων προσώπων και φορέων στην ανωτέρω διάταξη είναι ενδεικτική. Κατά την γνώμη της μειοψηφίας, προκειμένου να μην καταστεί η παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας οιονεί “actio popularis”, είναι επιβεβλημένη η συσταλτική ερμηνεία της διάταξης.
Η παύση της απειλής μετά την πάροδο της προθεσμίας άσκησης του δικαιώματος ακύρωσης συνιστά αντένσταση εκείνου που επιδιώκει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η απειλή δεν θεμελιώνει άνευ ετέρου αντίθεση της ακυρώσιμης δικαιοπραξίας στα χρηστά ήθη.