Η άρνηση σύναψης σύμβασης λόγω δυσμενούς διάκρισης εκ μέρους παρόχων αγαθών και υπηρεσιών στο ευρύ κοινό στοιχειοθετεί, εν όψει και του ν. 4443/2016, μορφή καταχρηστικής άσκησης της αποφατικής συμβατικής ελευθερίας. Εν τούτοις, σε επίπεδο διεθνούς νομολογίας, πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ δέχονται ότι η εφαρμογή της νομοθεσίας σχετικά με την απαγόρευση των διακρίσεων σε χώρους παροχής αγαθών και υπηρεσιών στο ευρύ κοινό (public accommodations) είναι ενίοτε αντισυνταγματική. Στην μελέτη υποστηρίζεται ότι η νομολογία αυτή είναι προβληματική.
Στην μελέτη εξετάζονται οι έννομες συνέπειες που επέρχονται όταν τρίτο πρόσωπο επιχειρήσει ανεπιτυχώς να μεταβιβάσει την κυριότητα αλλότριου ακινήτου. Η αναμφίβολη μη δεσμευτικότητα της εν λόγω μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας για τον πραγματικό κύριο μπορεί να χαρακτηριστεί ειδικότερα είτε ως ακυρότητα, εφόσον το άρθρο 1033 ΑΚ αντιμετωπιστεί ως χειραφετημένο πραγματικό έναντι της ΑΚ 239, είτε ως μετέωρη ισχύς, εφόσον η παρά μη κυρίου απόπειρα μετάθεσης της κυριότητας θεωρηθεί ως απλή υποπερίπτωση διάθεσης παρά μη δικαιούχου.
Η μελέτη επιχειρεί να απαντήσει στο ακόλουθο ερώτημα: Είναι επιτρεπτή η επανεξέταση του ίδιου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μετά την αμετάκλητη […]
Αντικείμενο της παρούσας μελέτης είναι η επισκόπηση της Πράξης (Κανονισμού) 2023/2854 για τα Δεδομένα (Data Act), με την οποία θεσπίζεται η δυνατότητα αλλαγής παρόχου νεφοϋπολογιστικών υπηρεσιών (cloud switching). Στο πρώτο μέρος παρουσιάζονται οι κυριότερες προβλέψεις του Κανονισμού, καθώς και οι λόγοι που οδήγησαν στις νέες ρυθμίσεις για την αλλαγή παρόχου νεφοϋπολογιστικών υπηρεσιών. Εν συνεχεία προσδιορίζονται το αντικειμενικό και υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού, ενώ ιδιαίτερα αναλύεται το κομβικής σημασίας άρθρο 23 αυτού.
Η απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Abo κ. Τουρκίας (13.11.2025) εστιάζει στην αξιολόγηση της δικαιότητας των εθνικών διαδικασιών που συνδέονται […]
Σε αντίθεση με τα δίκαια της ηπειρωτικής Ευρώπης, το αγγλικό δίκαιο δεν διακρίνει μεταξύ «κύριων» και «βοηθητικών» διαδίκων, αλλά αντιμετωπίζει ισότιμα όλους τους συμμετέχοντες στη δίκη, απονέμοντάς τους τις ίδιες διαδικαστικές εξουσίες. Αφορμώμενη από τη συγκριτική αυτή παρατήρηση, η προκείμενη μελέτη ερευνά αν η αυστηρή διάκριση μεταξύ διαδίκων και τρίτων, στη βάση της οποίας είναι δομημένη η ελληνική πολιτική δίκη, ενδεχομένως επισκιάζει υπαρκτά σημεία σύγκλισης μεταξύ των δύο διαδικαστικών θέσεων.
Η μελέτη πραγματεύεται την σχέση μεταξύ της Σύμβασης της Νέας Υόρκης για την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων και του εσωτερικού ελληνικού δικαίου, ιδίως δε του άρθρου 903 ΚΠολΔ. Με αναγωγή στα διεθνώς κρατούντα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου VII(1) ΣυμβΝΥ καταδεικνύει ότι είναι εσφαλμένη η άποψη που κρατεί στην ελληνική θεωρία και νομολογία (και αποδίδει και την αφετηρία του ιστορικού νομοθέτη του ν. 5016/2023), σύμφωνα με την οποία η ΣυμβΝΥ έχει (ολικώς ή μερικώς) καταργητική επενέργεια επί των διατάξεων του εσωτερικού ελληνικού δικαίου στη βάση της αρχής lex superior derogat legi inferiori. Καταδεικνύει επίσης την ασυνέπεια της θέσης αυτής προς την κρατούσα άποψη περί της in toto εφαρμογής, αυτοτελώς, είτε της ΣυμβΝΥ, είτε των διατάξεων του ΚΠολΔ.
Ο χρόνος δοκιμασίας απέκτησε το δογματικό του περιεχόμενο ως θεσμός του ουσιαστικού ποινικού δικαίου συνδεόμενος με μορφές ελαστικότητας της ποινής […]