Γίνεται δεκτό το αίτημα των κατηγορουμένων για αναγνώριση του ελαφρυντικού της μη εύλογης διάρκειας της δίκης, δεδομένου του μεγάλου χρονικού διαστήματος (τριών ετών) που μεσολάβησε μεταξύ εκδόσεως και καθαρογραφής της πρωτόδικης απόφασης.
Το άρθρο 1399 § 1 ΑΚ συνιστά μια μάλλον αναχρονιστική ρύθμιση, η οποία δεν εντάσσεται ομαλά στη σύγχρονη νομοθετική αντίληψη για τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων. Αν εφαρμοζόταν χωρίς περιορισμούς με βάση το γράμμα της, θα οδηγούσε εν πολλοίς σε αποξένωση του εντολέα συζύγου από την περιουσία του. Προκειμένου να επιτευχθεί η αξιολογική εναρμόνιση του άρθρου 1399 § 1 ΑΚ με τις σύγχρονες νομοθετικές αντιλήψεις για τη συζυγική σχέση και τα δικαιώματα κάθε συζύγου στην περιουσία του, απαιτείται μια σειρά περιορισμών στο κανονιστικό του εύρος.
Στην περίπτωση κατάρτισης σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης κυριότητας με εικονικό αγοραστή-αποκτώντα η πώληση ως προς το υποκρυπτόμενο πρόσωπο (πραγματικό αγοραστή) είναι έγκυρη, η δε μεταγραφή του συμβολαίου μεταβίβασης υπέρ του φαινομενικού αγοραστή-αποκτώντος μεταθέτει την κυριότητα του ακινήτου στον πραγματικό αγοραστή, ο οποίος δύναται να ζητήσει την αναγνώριση της κυριότητάς του από τον πωλητή και τον φαινόμενο αγοραστή (ή από έναν από αυτούς).
Στην μελέτη αναζητείται το μέτρο της μειωμένης ποινής στις περιπτώσεις αδικημάτων για τα οποία η αφηρημένα επαπειλούμενη (πλήρης) ποινή είναι είτε ισόβια κάθειρξη είτε πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. Επιχειρείται η αντίκρουση των σκέψεων που διατυπώνονται από την (μάλλον κρατούσα) άποψη, η οποία εξαρτά την δικαστική κρίση για την μειωμένη ποινή από το είδος της (πλήρους) ποινής που το δικαστήριο εκτιμά ότι θα επέβαλλε αν δεν συνέτρεχε ο λόγος μείωσης. Η αντίκρουση αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο εφαρμοστής του δικαίου οφείλει να διαπλάσει έναν νέο κανόνα μείωσης της ποινής, αξιοποιώντας τις ρητώς ρυθμισμένες περιπτώσεις μείωσης των στοιχείων α΄ και β΄ του εδαφίου α΄ του άρθρου 83 ΠΚ. Τέλος, διατυπώνεται η άποψη ότι στην ρύθμιση του άρθρου 52 παρ. 1 ΠΚ υποκρύπτεται ένας αντίστοιχος κανόνας αναφερόμενος στην επιβολή μειωμένης ποινής· σύμφωνα με αυτόν, επί συνδρομής λόγου μείωσης, σε όσες περιπτώσεις στον νόμο απειλείται ποινή κάθειρξης, η μειωμένη ποινή εκτείνεται κατά το είδος της πάντοτε σε τιμές που εμπίπτουν στο εύρος τόσο της πρόσκαιρης κάθειρξης όσο και της φυλάκισης, και μόνον κατ’ εξαίρεσιν, εφόσον ο νόμος το ορίζει ρητώς, αποκλείεται η επιβολή φυλάκισης.
Μη ανταπόκριση του πράγματος στη σύμβαση πώλησης. Το δικαίωμα υπαναχώρησης του αγοραστή εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την ατελέσφορη άσκηση της αξίωσης διόρθωσης ή αντικατάστασης του πράγματος. Το δικαστήριο, εφόσον κρίνει ότι το προβαλλόμενο από τον αγοραστή πραγματικό ελάττωμα δεν είναι ουσιώδες, δύναται να μειώσει το τίμημα ή να διατάξει την αντικατάσταση του πράγματος αντί της ασκηθείσας υπαναχώρησης.
Αν δεν έχει γίνει τουλάχιστον απόπειρα τέλεσης αδικήματος, προληπτική σωματική έρευνα δεν επιτρέπεται· ωστόσο, προληπτικές αστυνομικές έρευνες του άρ. 96 του π.δ. 141/1991 είναι επιτρεπτές, επειδή αποσκοπούν στην πρόληψη αξιόποινων πράξεων και στην εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας. Σωματική έρευνα μπορεί να πραγματοποιήσει και ο ιδιώτης, εφόσον συνέλαβε τον δράστη αυτόφωρου αδικήματος, μόνο στον βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για τον αφοπλισμό του δράστη και την διατήρηση των πειστηρίων τα οποία φέρει πάνω του.