Στην παρούσα μελέτη παρουσιάζεται κριτικά η εξέλιξη του ελληνικού συστήματος ποινών από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 έως σήμερα. Κατά την περίοδο από το 1990 ώς τον ΠΚ 2019 η λογική της νομοθέτησης χαρακτηρίζεται από το παράδειγμα της εργαλειοποίησης του περί ποινών τμήματος του ΠΚ για την αντιμετώπιση των ενδοσυστημικών προβλημάτων του σωφρονιστικού συστήματος. Ο ΠΚ 2019 απέβλεπε στον εκσυγχρονισμό του συστήματος ποινών στη βάση του ευρωπαϊκού παραδείγματος. Άσκησε όμως μικρή επίδραση. Οι πολυάριθμες τροποποιήσεις που ακολούθησαν εισήγαγαν στην ελληνική ποινική νομοθεσία ένα τρίτο παράδειγμα αχρήστευσης και τιμωρητικότητας, το οποίο, σε αντίθεση με τους κώδικες του 1950 και του 2019, έρχεται σε σύγκρουση τόσο με το ανθρωπιστικό φιλελεύθερο ιδεώδες όσο και με τα επιστημονικά δεδομένα της εποχής του.
Με τον Ν. 5089/2024 (ΦΕΚ Α΄ 27) θεσπίστηκε στην ελληνική έννομη τάξη ο γάμος προσώπων ανεξαρτήτως φύλου. Στη μελέτη αναλύονται οι συνέπειες της νέας ρύθμισης στη θεμελίωση της συγγένειας μέσω υιοθεσίας και σε περίπτωση προσφυγής του ομόφυλου έγγαμου ζεύγους σε μεθόδους ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
Κηρύσσεται απαράδεκτη η δήλωση των μηνυτριών για παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας, επειδή, καίτοι αυτές δήλωσαν ότι παρίστανται ατομικώς ως συγκληρονόμοι, εφόσον η κληρονομιαία περιουσία περιορίζεται σε αυτή των πλοιοκτητριών και της διαχειρίστριας ναυτιλιακών εταιρειών και δεν επεκτείνεται σε άλλα περιουσιακά στοιχεία, η ζημία των μηνυτριών είναι μόνον έμμεση εκ της μετοχικής τους ιδιότητας στις εταιρείες αυτές.
Στο παρόν, δεύτερο μέρος ολοκληρώνεται η εξέταση των ζητημάτων που αφορούν στην κράτηση επί σκοπώ έκδοσης και συνοψίζονται τα σχετικά συμπεράσματα. Ακολουθεί η ανάλυση των θεμάτων που αφορούν στην κράτηση ενόψει εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Η μελέτη κλείνει με ορισμένες γενικές παρατηρήσεις για την ανάγκη αναθεώρησης των υφιστάμενων νομολογιακών πρακτικών και βελτίωσης του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας και στη χώρα μας ενός αυτοτελούς «Κώδικα Έκδοσης και Δικαστικής Συνδρομής».
Εάν δεν προκύπτει ότι ορισμένη σύμβαση έχει διαμορφωθεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, πρόσωπο εκτός των συμβαλλομένων δικαιούται να απαιτήσει την οφειλόμενη παροχή μόνο κατόπιν εκχωρήσεως της σχετικής απαίτησης. Η σύμβαση υπέρ τρίτου είναι κατ’ αρχήν αιτιώδης, δεν αποκλείεται όμως να προσλάβει και την μορφή αφηρημένης υπόσχεσης.
Στην μελέτη επανεξετάζονται τα ζητήματα που αφορούν γενικά στην εξόφληση των χρηματικών ενοχών, ιδίως εκείνα που σχετίζονται με υφιστάμενες νομοθετικές ρυθμίσεις περιορισμού των πληρωμών με φυσικό χρήμα. Παράλληλα, αναλύεται η έννοια του νομίμου χρήματος και διερευνάται η σκοπιμότητα χάραξης ορίων στον περιορισμό της κυκλοφορίας και της αποδοχής μετρητών, λαμβανομένων υπόψη και των πρόσφατων, ιδιαιτέρως σημαντικών, εξελίξεων στο πεδίο του ενωσιακού δικαίου.