Στη μελέτη αναλύονται επίκαιρα ερμηνευτικά ζητήματα της ποινικής προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 38 ν. 4624/2019. Συγκεκριμένα, εξετάζονται η έννοια του «συστήματος αρχειοθέτησης», οι περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται «επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης» για τη θεμελίωση του εγκλήματος, το αν απαιτείται ο κοινολογών τα δεδομένα να ταυτίζεται με εκείνον που επενέβη σε αυτά, η ποινική αντιμετώπιση της γενετήσιας διαπόμπευσης από το ισχύον δίκαιο και το ζήτημα αν ως «βλάβη άλλου» στην παράγραφο 4 νοείται και η ηθική τοιαύτη.
Μόνη η μη συμμόρφωση του δανειστή προς τα βάρη που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 862 και 863 ΑΚ συνεπάγεται την θεμελίωση υπέρ του εγγυητή των αντίστοιχων ενστάσεων ελευθέρωσης, όχι όμως (κατ’ αρχήν) και αδικοπρακτικής ευθύνης του δανειστή.
Η απόλυση υπερηλίκου κρατουμένου χορηγείται εφόσον έχουν εκτιθεί κατά τον ευεργετικό υπολογισμό τα 3/5 της ποινής πρόσκαιρης κάθειρξης και δεν εξαρτάται από την πραγματική έκτιση μέρους της ποινής. Διατάσσεται η απόλυση του κρατουμένου καταδικασθέντος σε κάθειρξη πέντε ετών, εφόσον έχει συμπληρωθεί ο απαιτούμενος χρόνος κράτησης των 3/5 της ποινής κατά τον ευεργετικό υπολογισμό. Κατά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση, η αίτηση του κρατουμένου για απόλυση πρέπει να απορριφθεί, επειδή δεν πληρούται η απαιτούμενη προϋπόθεση της πραγματικής έκτισης του 1/3 της ποινής του, έστω και αν αυτός είναι υπερήλικος.
Η αποδυνάμωση της διεκδικητικής αγωγής οδηγεί στην απόρριψή της, όχι όμως στην απόσβεση του δικαιώματος της κυριότητας, ούτε, πολύ περισσότερο, στην κτήση της κυριότητας από τον υπέρ ου η αποδυνάμωση. Η κτήση της κυριότητας συντελείται συνήθως με τις προϋποθέσεις της χρησικτησίας, ιδίως της έκτακτης. Στην περίπτωση όμως των ακινήτων του ελληνικού δημοσίου, φαίνεται να εμποδίζεται η κτήση της κυριότητας από τον υπέρ ου η αποδυνάμωση συνεπεία της εξαιρέσεώς τους από τη χρησικτησία. Αυτό δημιουργεί αντινομία, εφόσον οδηγεί σε μια μη ανεκτή από το δίκαιο διηνεκή διάσπαση κυριότητας και νομής. Στη γνωμοδότηση επιχειρείται η εναρμόνιση των δύο θεσμών (αποδυνάμωσης και χρησικτησίας).
Απαλλάσσεται ο κατηγορούμενος για την πράξη της μη εξουσιοδοτημένης παρέμβασης σε ολοκληρωμένο σύστημα παρακολούθησης δεδομένων εισροών-εκροών (άρ. 31 παρ. 11 περ. β΄ του Ν. 3784/2009), επειδή δεν διευκρινίζεται με ποιον ακριβώς τρόπο έγινε η παρέμβαση στον φορολογικό μηχανισμό και στον μετρητή της αντλίας διά της χρήσεως κακόβουλου λογισμικού, η αλλοίωση των στοιχείων ή η δημιουργία διπλής αρίθμησης στις επίμαχες αποδείξεις. Παραπέμπεται ο κατηγορούμενος για λαθρεμπορία κατ’ εξακολούθηση, επειδή διέθεσε ποσότητες βενζίνης, πετρελαίου και υγραερίου κίνησης, προϊόντων που υπόκειται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, εκδίδοντας νόμιμα φορολογικά παραστατικά πώλησης, χωρίς ωστόσο να διαθέτει νόμιμα παραστατικά για την αγορά τους και χωρίς με την παραλαβή των αποθεμάτων τους να καταχωρίσει σε κάποιο κατάλληλο αρχείο τα ορθά δεδομένα της συναλλαγής.
Σε περίπτωση κατά την οποία η υποβολή από τον πωλητή πρότασης για την κατάρτιση σύμβασης πώλησης συνδυάζεται με συμφωνία των μερών για δοκιμή του πράγματος, τότε δεν υφίσταται καν καταρτισμένη πώληση, έστω τελούσα υπό αίρεση (πώληση με δοκιμή), αλλά η πώληση καταρτίζεται μεταγενέστερα με την αποδοχή της πρότασης από τον αγοραστή.
Η μελέτη προβάλλει πρώτα απ’ όλα τα δικαιοκρατικά ελλείμματα και τις παραβιάσεις των θεσμικών προβλέψεων της Καλής Νομοθέτησης που καταγράφηκαν στη νομοθετική διαδικασία, ενώ στη συνέχεια συνθέτει τη συνολική εικόνα μέσα από μια κριτική προσέγγιση θεσμών που αναφέρονται στην τυχόν διεύρυνση των πιθανών υποκειμένων απόδοσης ποινικής ευθύνης, στη συστημική αυστηροποίηση των ποινών σε όλα τα επίπεδα έκφανσής τους, στην αυστηροποίηση της ποινικής μεταχείρισης για την κομβική μορφή εμφάνισης του εγκλήματος με τη συμμετοχική συμπεριφορά της συνέργειας, αλλά και στις τροποποιήσεις ως προς τα τοπικά όρια ισχύος των ποινικών κανόνων και ως προς τον περιορισμό της κατ’ έγκληση δίωξης στα περιουσιακά αδικήματα.