Στην μελέτη αναζητείται το μέτρο της μειωμένης ποινής στις περιπτώσεις αδικημάτων για τα οποία η αφηρημένα επαπειλούμενη (πλήρης) ποινή είναι είτε ισόβια κάθειρξη είτε πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. Επιχειρείται η αντίκρουση των σκέψεων που διατυπώνονται από την (μάλλον κρατούσα) άποψη, η οποία εξαρτά την δικαστική κρίση για την μειωμένη ποινή από το είδος της (πλήρους) ποινής που το δικαστήριο εκτιμά ότι θα επέβαλλε αν δεν συνέτρεχε ο λόγος μείωσης. Η αντίκρουση αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο εφαρμοστής του δικαίου οφείλει να διαπλάσει έναν νέο κανόνα μείωσης της ποινής, αξιοποιώντας τις ρητώς ρυθμισμένες περιπτώσεις μείωσης των στοιχείων α΄ και β΄ του εδαφίου α΄ του άρθρου 83 ΠΚ. Τέλος, διατυπώνεται η άποψη ότι στην ρύθμιση του άρθρου 52 παρ. 1 ΠΚ, κατά την οποία η ισόβια κάθειρξη επιβάλλεται για κακουργήματα μόνο κατ’ εξαίρεσιν εφόσον υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη, υποκρύπτεται ένας αντίστοιχος κανόνας αναφερόμενος στην επιβολή μειωμένης ποινής· σύμφωνα με αυτόν, επί συνδρομής λόγου μείωσης, σε όσες περιπτώσεις στον νόμο απειλείται ποινή κάθειρξης, η μειωμένη ποινή εκτείνεται κατά το είδος της πάντοτε σε τιμές που εμπίπτουν στο εύρος τόσο της πρόσκαιρης κάθειρξης όσο και της φυλάκισης, και μόνον κατ’ εξαίρεσιν, εφόσον ο νόμος το ορίζει ρητώς, αποκλείεται η επιβολή φυλάκισης. Εν κατακλείδι, υποστηρίζεται ότι οποιαδήποτε άλλη πρόταση μπορεί να βρει πειστική θεμελίωση μόνο με ρητή νομοθετική παρέμβαση.
Δείτε περισσότερα εδώ.